Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Διάλογος στο κομμωτήριο

Ήδη από τη δεκαετία του 1930, ο γνωστός ψυχαναλυτής Wilhelm Reich είχε αντιληφθεί την ανάγκη απλοποίησης βασικών ιδεών της οικονομικής ανάλυσης του Μαρξ, ώστε αυτές να γίνουν προσιτές στον καθένα, με τον ίδιο τρόπο που ο Errico Malatesta παρουσίασε την αναρχική του σκέψη μέσα απ’ το έργο Στο Καφενείο, Συζητήσεις για τον Αναρχισμό. Ο παρακάτω διάλογος, μεταξύ ενός βοηθού κομμωτή κι ενός πελάτη, δημοσιεύτηκε το 1935 με το ψευδώνυμο Ernst Parell για το Zeitschrift für politische Psychologie und Sexualökonomie (vol.2, no.1) όσο ήταν εξόριστος στη Δανία. Μέσα από το διάλογο, ο βοηθός αναπτύσσει, δίχως να του το διδάξει κανείς και μόνο με τις βοηθητικές ερωτήσεις του πελάτη, βασικές σκέψεις του Μαρξ, όπως η θεωρία της υπεραξίας.

Βοηθός: Χτένισμα ή κούρεμα;

Πελάτης: Koύρεμα, αλλά τετράγωνο παρακαλώ, όχι στρογγυλό.

(παύση)

Βοηθός: Πώς βλέπετε την εποχή μας;

Πελάτης: Χάλια. Που θα πάει όλο αυτο;

Βοηθός: Οι χούλιγκαν θα κόψουν ο ένας το λαιμό του άλλου κι εμείς θα υποστούμε τα χειρότερα, όποιος κι αν νικήσει, είτε οι Κομμουνιστές, είτε οι Ναζί. Είναι το ίδιο πράγμα.

Πελάτης: Ίσως έχετε δίκιο. Δεν ξέρω από πολιτική.

Βοηθός: Είμαι χαρούμενος που έχω μια δουλειά και τα βγάζω πέρα. Όσο για τα υπόλοιπα, το μόνο που θέλω είναι να ζήσω μια ήρεμη ζωή.

Πελάτης: Μπορώ να ρωτήσω πόσα χρήματα βγάζετε απ’ αυτή τη δουλειά;

Βοηθός: 100 μάρκα το μήνα.

Πελάτης: Τα βγάζετε πέρα με αυτά;

Βοηθός: Οριακά. Θα ήθελα να παντρευτώ, αλλά θα πάρει καιρό μέχρι εγώ και η μνηστή μου να βάλουμε στην άκρη αρκετά ώστε να νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα. Δουλεύω εδώ και δέκα χρόνια σ’ αυτό το μαγαζί αλλά ακόμη δεν έχω μαζέψει αρκετά.

Πελάτης: Το αφεντικό πώς είναι;

Βοηθός: Είναι καλός άνθρωπος. Μερικές φορές είναι λιγάκι κακόκεφος, αλλά εγώ τα πάω καλά μαζί του.

Πελάτης: Πόσους πελάτες εξυπηρετείτε κάθε μέρα;

Βοηθός: Δέκα με δεκαπέντε. Το Σάββατο είναι περισσότεροι.

Πελάτης: Οπότε αυτό σημαίνει πως 15 πελάτες πληρώνουν συνολικά 15 μάρκα στην επιχείρηση. Εσείς όμως παίρνετε μόνο 3.50 κάθε μέρα. Τι γίνεται με τα υπόλοιπα;

Βοηθός: Δε λάβατε υπόψη τα έξοδα της επιχείρησης. Ρεύμα, τηλέφωνο, ασφάλεια, εξοπλισμός, ενοίκιο, είναι αρκετά έξοδα.

Πελάτης: Θα μ’ ενδιέφερε να μάθω πόσα.

Βοηθός: (σκέφτεται για λίγο) Υποθέτω πως είναι τουλάχιστον 3 [1] μάρκα.

Πελάτης: Οκ, αλλά απ’ τους υπολογισμούς μας λείπουν ακόμη 9-10 μάρκα.

Βοηθος: Ναι, αλλά η επιχείρηση πρέπει να βγάλει πλεόνασμα, αφού το αφεντικό παίρνει μεγάλο ρίσκο. Για παράδειγμα, κάποιες μέρες έχουμε λιγότερους πελάτες ή κακές στιγμές.

Πελάτης: Αυτό σημαίνει πως παίρνετε περισσότερα όταν η επιχειρήση πηγαίνει πολύ καλύτερα;

Βοηθός: Οχι, γιατί θα έπρεπε; Παίρνω σταθερό μισθό.

Πελάτης: Δε μπορώ να καταλάβω. Όταν δουλεύετε περισσότερο, δεν πληρώνεστε περισσότερο; Σας κρατά χρήματα για τις κακές εποχές αλλά δεν σας δίνει τα ανάλογα στις καλές;

Βοηθός: Έχετε απόλυτο δίκιο.

Πελάτης: Αν καταλαβαίνω καλά, παράγετε, αφού βγάλουμε όλα τα έξοδα, από 10 έως 12 μάρκα περίπου τη μέρα κι εσείς παίρνετε 3 με 3,5 μάρκα. Και αν οι καιροί γίνουν σταθερά κακοί για την επιχείρηση, θα σας απολύσει, και στην περίπτωση αυτή το απόθεμα δεν θα έχει καμία χρησιμότητα για εσάς. Οπότε, πώς χρησιμοποιεί στην πραγματικότητα αυτά τα χρήματα;

Βοηθός: Να, για παράδειγμα το αφεντικό πρέπει να πάρει σύγχρονα μηχανήματα. Αυτή τη στιγμή αντικαθιστούμε τα ψαλίδια χειρός με ηλεκτρικά για παράδειγμα.

Πελάτης: Και τι σημαίνει αυτό;

Βοηθός: (έκπληκτος) Τι, δεν το καταλαβαίνετε; Eίναι πολύ απλό.Τώρα μπορώ να εξυπηρετήσω 10 πελάτες σε μια μέρα, ενώ μετά θα έχω τη δυνατότητα να εξυπηρετήσω 20, αφού το κούρεμα θα είναι πιο γρήγορο.

Πελάτης: Και κάθε ένας απ’ αυτούς τους 20 θα πληρωνει ένα μάρκο, όπως πριν. Κι εσείς, πόσα θα παίρνετε τότε;

Βοηθός (ακόμη πιο έκπληκτος): Φυσιολογικά, θα συνεχίσω να παίρνω τα 100 μου μάρκα.

Πελάτης: Συγχωρήστε με που γίνομαι αδιάκριτος, είμαι λίγο μπερδεμένος και μάλλον έκπληκτος. Με τα καινούργια βελτιωμένα μηχανήματα θα κερδίζετε 20 μάρκα γι’ αυτόν, αλλά εσείς θα συνεχίσετε να παίρνετε 3.50. Αυτό σημαίνει ότι το πλέονασμα από 8 μάρκα θα γίνει περίπου 13; Που πηγαίνουν αυτά τα λεφτά;

Βοηθός: (ξύνει το κεφάλι του) Βασικά, έχετε δίκιο. Είναι μια καλή ερώτηση αλλά, ξέρετε, κουράζομαι τόσο πολυ στη δουλειά και δεν έχω αρκετή ενέργεια ώστε να σκεφτώ. Είμαι χαρούμενος αν μπορώ να ξεκουράζομαι λίγο και να κρατάω τη δουλειά μου. Ξέρετε, την επόμενη εβδομάδα δύο απ’ τους πέντε συναδέλφους μου απολύονται και πρέπει να διασφαλίσω πως δεν θ΄απολυθώ κι εγώ.

Πελάτης: Θα πρέπει να είναι αρκετά άσχημο να στέκεσαι 10 ώρες σε μια μέρα στο μαγαζί. Με τις άδειες τι γίνεται;

Βοηθός: Α, ναι. Παίρνω ένα δεκαπενθήμερο κάθε χρόνο, αλλά καθώς παίρνουν κι άλλοι άδειες, εγώ τότε πρέπει να δουλέψω περισσότερο. Και τώρα το αφεντικό φεύγει για δύο μήνες.

Πελάτης: Που βρίσκει τα λεφτά ώστε να λείψει για τόσο πολύ;

Bοηθός: Έχει μία βίλα στο Dahlen.

Πελάτης: Μπα! Πώς κι έτσι;

Βοηθός: Μα είναι ιδιοκτήτης αυτής της επιχείρησης εδώ και 30 χρόνια.

Πελάτης: Α, ώστε έτσι. Εργάζεται;

Βοηθός: Α, όχι, μόνο μερικές φορές απλώς βοηθάει. Αλλά είναι μια επιτυχημένη επιχείρηση.

Πελάτης: Κοιτάξτε, δεν καταλαβαίνω τίποτε γι’ αυτά τα πράγματα αλλά μου φαίνεται πως αυτή η βίλα και οι καλοκαιρινές του διακοπές πληρώνονται απ’ τα 8 ή τα 13 μάρκα που κερδίζετε για το «πλέονασμα της επιχείρησης».

Βοηθός: Ω, δε νομίζω. Αλλά ίσως έχετε δίκιο, είναι περίεργο. Θα ήθελα να συζητήσω κάποια στιγμή μαζί σας. Ισως τελικά το συμπέρασμα σας να είναι λογικό.

Σημείωση
[1] Στο πρωτότυπο κείμενο, αναφέρεται το ποσό των 8 μάρκων σε αυτό το σημείο, πιθανότατα λόγω τυπογραφικού λάθους.

Μετάφραση κειμένου του Wilhelm Reich από eagainst.com/μεταφραστική ομάδα

Πηγή αγγλικής μετάφρασης του κειμένου του Wilhelm Reich, theoryandpractice.org.uk


Wilhelm Reich, 1935

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

η αγάπη

η αγάπη
μοιάζει με δυο ποτήρια σε στιγμή ενθουσιασμού
ντιγκ
λάμψη
θρύψαλα

Οδυσσέας Ελύτης

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Μαθαίνεις

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις

Χόρχε Λούις Μπόρχες

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Κόκκινος, μαύρος και ανήξερος

ΤΕΡΑΣ

Μοναδικό ανάμεσα στα πλάσματα γνωρίζουμε ότι περνάμε από την γέννηση
στον θάνατο
Και θέλουμε να διδάξουμε κάθε νέο μυαλό να είναι διαυγές όσο ένας κρυστάλλινος ωκεανός στον οποίο να βλέπουμε ίσαμε τον πυθμένα και από ακτή σε ακτή

Μιλάμε για τα παιδιά μας πριν αυτά γεννηθούν
Τα κουβαλάμε πριν καν τα κρατήσουμε
Διπλώνουμε τα ρούχα και στρώνουμε το κρεβάτι τους προτού καν ξυπνήσουν
Σπέρνουμε και θερίζουμε και εμπορευόμαστε το φαγητό τους πριν καν φάνε
Για αυτά χτίζουμε δρόμους προτού καν περπατήσουν
Και τα προστατεύουμε από την αρρώστια προτού καν πάρουν
ανάσα
Για τρείς εποχές μεγαλώνουν στην κοιλιά ενώ ο κόσμος
μπορεί να γεράσει δέκα χιλιάδες χρόνια
Σαν γεννηθούν τα χέρια μηχανικών οικονόμων κτιστών πιλότων σχεδιαστών διαχειριστών οδηγών κηπουρών
ενώνονται για να τα υποδεχτούν
Ποτέ ξενιτεμένος ήρωας δεν έγινε πιο καλοδεχούμενος από πατρίδα
Ποτέ πρόεδρος δεν ανέλαβε γραφείο με μεγαλύτερη επισημότητα
Ποτέ νικητής δεν βρήκε υποδοχή με τόση χαρά
Δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζει που στο παρελθόν τα παιδιά θεωρούσαν
ότι τον κόσμο τον πρόσεχαν θεοί

Όμως τώρα τα σκοτώνουμε.

ΜΗΤΕΡΑ.

Στο παρελθόν βρέθηκαν επιζώντες να πουν ότι ξαφνικά ο
κόσμος έγινε μέρος παιχνιδιών
Μια πελώρια κόκκινη μπάλα φούσκωσε στον ουρανό
Σπίτια τραντάχτηκαν όπως τρέμουν τα κουκλόσπιτα όταν τα μετακινούν
παιδιά
Μικρά πράγματα έγιναν μεγάλα και μεγάλα πράγματα εξαφανίστηκαν
Πολλοί ανέφεραν ότι το σύννεφο έλαμπε σαν πυρά
Και ότι οι τραυματίες παραμιλούσαν στις περίεργες γλώσσες
που χρησιμοποιούν τα παιδιά όταν παριστάνουν τους ξένους

Δεν είδα ούτε άκουσα αυτά τα πράγματα
Καθόμουν μόνη στο δωμάτιό μου
Εκείνο το πρωί το παιδί κουνήθηκε στην κοιλία μου σα να
ήθελε να το βάλει στα πόδια μακριά από τον κόσμο
Μέσα από τα τοιχώματα της κοιλιάς είχε νιώσει τον φόβο του κόσμου
Το κεφάλι μου λοιπόν ήταν γερμένο καθώς άκουγα
Ήμουν τόσο προσηλωμένη που δεν άκουσα τις εκρήξεις και χωρίς να γνωρίζω πέρασα στον θάνατο
Oι σπασμοί του κορμιού μου πλάκωσαν το παιδί
Η σάρκα μου έσκασε και τον πέταξε στον φούρνο
του φλεγόμενου σπιτιού μου

ΤΕΡΑΣ
Όταν οι πύραυλοι κατέστρεψαν τον κόσμο
τα πάντα σφύριξαν
Όλες οι σκληρές επιφάνειες και οι σκληρές γωνίες σφύριξαν
Στόμια από φαρμακευτικά μπουκάλια και μπουκάλια ουίσκι

Μαρκίζες δικαστηρίων και κτήρια γραφείων
Ρωγμές σε βράχους
Σφύριξαν με απαξία
Καθώς τα λάστιχα σταμάτησαν να στριγκλίζουν οι άνεμοι σφύριξαν στα
σπασμένα παράθυρα
Πόρτες και αναπηρικά καροτσάκια – κάποια άδεια, άλλα κουβαλώντας
αρρώστους και σακατεμένους – σφύριξαν καθώς πέταξαν ψηλά πάνω από τις μεγάλες πεδιάδες
Τα βουνά σφύριξαν
Οι τελευταίες ανάσες σφύριξαν μέσα από νεκρά στόματα
Και καθώς οι σάρκες καίγονταν στα πρόσωπα τα κρανία σφύριξαν
Επιφάνειες πολύ μαλακές για να σφυρίξουν πήραν φωτιά και οι φωτιές σφύριξαν
Η καρδιά αναπήδησε σαν πουλί στο φλεγόμενο κλουβί του και τα
πλευρά σφύριξαν
Η γη σφύριξε με απαξία
Με την απόλυτη απαξία προς τον δημιουργό της πλάσης
Με απαξία στην απαξία
Που έπνιξε τους ήχους από τις εκρήξεις και τις τελευταίες
κραυγές των αφεντάδων του κόσμου
Ολόκληρος ο κόσμος σφύριξε με απαξία προς τον δημιουργό
της πλάσης

ΜΗΤΕΡΑ. Αυτό είναι το παιδί που η μήτρα μου πέταξε στην φωτιά

ΤΕΡΑΣ. Τώρα θα σας δείξουμε σκηνές από την ζωή που δεν
έζησα
Αν ό,τι δείτε μοιάζει τέτοιο που τα ανθρώπινα πλάσματα δεν θα
επέτρεπαν να συμβεί δεν έχετε διαβάσει την ιστορία
του καιρού σας[...]

Edward Bond, The Warplays: Part I, Red Black and Ignorant

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Τείχη

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Κωνσταντίνος Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

I am troubled

I am troubled
Immeasurably
By your eyes

I am struck
By the feather
of your soft
Reply

The sound of glass
Speaks quick
Disdain

And conceals
What your eyes fight
To explain

Jim Morrison, Poems (1966-1971)

"Expose yourself to your deepest fear; 
after that, fear has no power, 
and the fear of freedom shrinks and vanishes.
You are free."(6/12/1943-3/7/1971)