Κυριακή 20 Ιουνίου 2021

Θέλω

Θέλω να προσευχηθώ
με την ίδια δύναμη που θέλω να βλαστημήσω
Θέλω να τιμωρήσω
με την ίδια δύναμη που θέλω να συγχωρήσω
Θέλω να προσφέρω
με την ίδια δύναμη πού’ θελα στο ξεκίνημα
Θέλω να νικήσω
αφού δεν μπορώ να νικηθώ


Αλέκος Παναγούλης

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Διάλογος πρώτος

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ κι όμως πονέσαμε απ᾿ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό
η αγάπη να φανερωθεί ολόκληρη.
Μία μουσική
άξια των συγκινήσεών μας δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ᾿ ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Θα σωθούμε από μία γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μία μέρα…
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της.


Νίκος Καρούζος, Διάλογοι, 1956

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

Αφύσικη άνθηση

Ήθελε να φωνάξει – δεν άντεχε πια. Κανείς δεν ήταν ν’ακούσει,
κανείς δεν ήθελε ν’ακούσει. Φοβόταν και ο ίδιος τη φωνή του,
την έπνιγε μέσα του. Η σιωπή του εκρηγνύονταν. Κομμάτια απ’ το σώμα του
τινάζονταν στον αέρα. Αυτός τα μάζευε με πολλή προσοχή, εντελώς αθόρυβα,
τα’ βαζε πάλι στη θέση τους να κλείσει τις οπές. Κι αν έβρισκε τυχαία
μια παπαρούνα, ένα κίτρινο κρινάκι, τα μάζευε κι εκείνα, τα τοποθετούσε
στο σώμα του, σαν δικά του κομμάτια – έτσι διάτρητος, παράξενα ανθισμένος.


Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Το άπειρο

Αγαπημένος μού ήταν πάντα αυτός ο λόφος
ο έρημος, κι αυτά τα δέντρα που μας κρύβουν
τον μακρινόν ορίζοντα. Μα εδώ που στέκω
οραματίζομαι τις αχανείς εκτάσεις
τ’ ουρανού και την υπερκόσμια γαλήνη
κι ανατριχιάζω. Και καθώς ακούω
μέσα απ’ το φύλλωμα το θρόισμα του αέρα
συγκρίνω την αμόλυντη σιωπή του απείρου
μ’ αυτόν τον ήχο. Κι αισθάνομαι το αιώνιο,
και τις σβησμένες εποχές, και τη δική μας
που ζει και πάλλεται. Κι ο στοχασμός μου
πνίγεται στη βαθιά απεραντοσύνη.
Σ’ αυτή τη θάλασσα γλυκό είναι το ναυάγιο.


Giacomo Leopardi, μτφρ. Νάσος Βαγενάς

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

η αντωνυμία σου δεν είναι εσύ

αναζήτηση στη συζήτηση – έχει αποκτήσει
τη μορφή του χρώματός σου
και τις ελπίδες σου τις ελπίδες σου
τις έχει διαμορφώσει

έτσι ώστε

το σχήμα ενός τραύματος που όλο πλαταίνει
μέσα, [να] βρίσκει λόγο ριζώνει πάνω στο λόγο

τα μάτια του μες στα μάτια σου το σώμα του είναι ένας πόνος που διαστέλλεται και η σύσπαση

αυτή δεν είναι δική μου

δεν γεννάω εγώ τέτοιες συσπάσεις στους πνεύμονές σου δεν είμαι εγώ
ο κάτοικος αυτής της πληγής

ο ήλιος που σου έδωσα να καρφώσεις στο κεφάλι σου
είναι δικός του και μάλλον μόνο δικός του

πρόσκ[όλ]ληση αποδεκτή. τώρα μπορείτε να καλείτε ο ένας τον άλλο
χρησιμοποιώντας αντωνυμίες πιο κτητικού περιεχομένου.


Ντενίσα Σαχίνι

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

Γυναίκες σαν και μένα

Γυναίκες σαν και μένα δωρίζουν όνειρα,
ακόμα κι αν θα τα στερηθούν οι ίδιες.
Γυναίκες σαν και μένα δίνουν την ψυχή τους,
γιατί η ψυχή είναι σαν μια σταγόνα νερό στην έρημο.
Γυναίκες σαν και μένα απλώνουν το χέρι
και σε βοηθούν να σηκωθείς, ριψοκινδυνεύοντας
να γκρεμιστούν κι αυτές με τη σειρά τους.
Γυναίκες σαν και μένα κοιτάζουν μπροστά,
έστω κι αν η καρδιά μένει πάντα κάποια βήματα πίσω.
Γυναίκες σαν και μένα
αναζητούν ένα νόημα στο να υπάρχουν και,
όταν το βρουν,
θα προσπαθήσουν να το διδάξουν
σε όποιον απλώς επιβιώνει.
Γυναίκες σαν και μένα, όταν αγαπούν,
αγαπούν για πάντα…
και όταν πάψουν ν’ αγαπούν είναι μόνο επειδή
σκλήθρες της ύπαρξης κείτονται
ανυπεράσπιστες στα χέρια της ζωής.
Γυναίκες σαν και μένα κυνηγούν ένα όνειρο…
το όνειρο ν’ αγαπηθούν γι’ αυτό που είναι
και όχι γι’ αυτό που οι άλλοι θα ’θελαν να είναι.
Γυναίκες σαν και μένα γυρνούν τον κόσμο
αναζητώντας εκείνες τις αξίες, που τώρα πια,
έχουν παραπέσει στης ψυχής την απολησμονιά.
Γυναίκες σαν και μένα θα ’θελαν ν’ αλλάξουν,
όμως αυτό θα σήμαινε να ξαναγεννηθούν.
Γυναίκες σαν και μένα φωνάζουν σιωπηλά,
για να μην μπερδεύεται η φωνή τους με τα δάκρυα.
Γυναίκες σαν και μένα είναι εκείνες που εσύ
καταφέρνεις πάντα να τους τσακίζεις την καρδιά,
γιατί ξέρεις ότι θα σ’ αφήσουν να φύγεις,
δίχως ερωτήσεις.
Γυναίκες σαν και μένα αγαπούν βαθιά, ξέροντας πως,
ως αντάλλαγμα, δεν θα πάρουν παρά μόνο ψίχουλα.
Γυναίκες σαν και μένα τρέφονται απ’ το ελάχιστο
και πάνω σ’ αυτό,
δυστυχώς, θεμελιώνουν την ύπαρξή τους.
Γυναίκες σαν και μένα περνούν απαρατήρητες,
όμως είναι οι μόνες που αληθινά θα σ’ αγαπήσουν.
Γυναίκες σαν και μένα είν’ εκείνες που,
στο φθινόπωρο της ζωής σου
θα λυπηθείς για όλα όσα θα μπορούσαν να σου δώσουν
και που εσύ δεν θέλησες…


Alda Merini, μετάφραση Ευαγγελία Πολύμου

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2020

Άκου τις ακροθαλασσιές

Άκου τις ακροθαλασσιές και τα κύματα που σπάζουν στα βράχια
Άκου ,τα βουνά και το θρόισμα των φύλλων καθώς πέφτουν στη γη
Άκου την περπατησιά σου δίπλα στις λίμνες
Άκου τα δέντρα και τις κορφές, άκου
Άκου τις παρατημένες κραυγές μέσα στα λαγκάδια και τις σιωπές που ακολουθούν, άκου
Άκου τες και μετά μάζεψε τες, βαλτές μαζί με τα πανάρχαια λείψανα που περιμένουν άταφα περιμένοντας την αποκαθήλωση των ορμών μας
Άκου τα φανερά αλλά κι αυτά που δεν φαίνονται
Άκου μια λέξη πριν γίνει μέρος μιας πρότασης και σκίσε την πληγή που ακολουθεί
Άκου τα χρόνια που σαλεύουν καταμεσής του ωκεανού μέσα σε ποστάλια και σκουριασμένες άγκυρες, άκου
Άκου τον θόρυβο των μηχανών που οραματίζονται την λευτεριά
Άκου εμένα που σου μιλώ και που μετά βουβαίνομαι για χρόνια
Άκου το πέταγμα των πουλιών κι εκείνο το αθόρυβο της κουκουβάγιας μέσα στη νύχτα, στη δική μας νύχτα
Άκου, αφουγκράσου μας, πριν μας σβήσουν την μνήμη ένα μεσημέρι με λιακάδα
Άκου πριν μας πάρουν την χαρμολύπη και μας ξεσκίσουν την ανθρωπινότητα μας
Άκου, βλέπε, θυμήσου, ο καιρός μας μίσεψε, έφτασε ο καιρός των επόμενων μηρυκαστικών που αφαιμάζουν το θρόνο του αίματος για μπουκιές ξερό ψωμί
Άκου... κοιμήσου και θα 'ρθω και 'γω ένα βράδυ
ένα τυχαίο βράδυ, εκεί που η φωνή μας θα συνεχίσει να ακούγεται καθαρά στα ακρώρεια και στις απουσίες του εγώ μας


Βασίλης Παχνουδάκης

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

Έρωτας με την πρώτη ματιά

Κι οι δυο τους είναι πεπεισμένοι
ότι τους ένωσε ένα αίσθημα ξαφνικό.
Είναι ωραία μια τέτοια βεβαιότητα,
αλλά η αβεβαιότητα ακόμη πιο ωραία.
Νομίζουν πως αφού δεν γνωρίζονταν από πριν
τίποτα ποτέ μεταξύ τους δεν είχε συμβεί.
Τι λεν όμως γι’ αυτό οι δρόμοι, οι σκάλες, οι διάδρομοι,
όπου από καιρό μπορούσαν να προσπερνούν o ένας τον άλλο; –
Θα ήθελα να τους ρωτήσω
μήπως θυμούνται:
μια στιγμή σε κάποια στρεφόμενη πόρτα,
πρόσωπο με πρόσωπο,
κάποια «συγγνώμη» μες στο στριμωξίδι,
ένα «κάνετε λάθος» στο ακουστικό
– ξέρω όμως την απάντησή τους.
Όχι, δεν θυμούνται.
Θα εκπλήσσονταν πάρα πολύ
αν μάθαιναν ότι εδώ και πολύ καιρό
η τύχη έπαιζε μαζί τους.
Ανέτοιμη ακόμη
να μετατραπεί γι’ αυτούς σε μοίρα,
μια τους έφερνε κοντά, μια τους απομάκρυνε,
τους έκοβε το δρόμο
και καταπνίγοντας το πανούργο της γέλιο
πηδούσε έπειτα στην άκρη.
Υπήρχαν οιωνοί, σημάδια,
και τι μ’ αυτό που ήταν δυσανάγνωστα.
Ίσως τρία χρόνια πριν
ή την περασμένη Τρίτη
κάποιο φυλλαράκι να πετάρισε
απ’ τον έναν ώμο στον άλλο.
Υπήρχε κάτι χαμένο που κάποιος το βρήκε.
Ποιος ξέρει, ίσως μια μπάλα
στους θάμνους της παιδικής ηλικίας ακόμη;
Υπήρχαν πόμολα και κουδούνια
πάνω στα οποία από τα πριν
το ένα άγγιγμα σκέπαζε το άλλο.
Βαλίτσες δίπλα δίπλα στο χώρο φύλαξης αποσκευών.
Υπήρχε ίσως και κάποια νύχτα το ίδιο όνειρο
που με το ξύπνημα έσβησε αμέσως.
Στο κάτω κάτω κάθε αρχή
δεν είναι παρά μόνο η συνέχεια
και το βιβλίο συμβάντων
μένει πάντα ανοιχτό στη μέση.



Wisława Szymborska, μτφρ. Μπεάτα Ζουλκιέβιτς, Η ζωή εδώ και τώρα

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Γένεση

Εν αρχή ήν το σκότος.
Ύστερα ήρθες εσύ
και φύτεψες κατάστηθα στη νύχτα
μιαν αχτίδα.
Και εγένετο φως,
ημέρα πρώτη.
Ήτανε τότε που γεννήθηκε
η όρασή μου
και γνώρισα τα χέρια σου
και χάρηκα
γιατί ταιριάζανε
τα δάχτυλά σου στα πλευρά μου.

Αργύρης Χιόνης

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

Νέα σελήνη

 Νέα σελήνη.
Δεν ξέρω ότι οι μέρες περνάνε,
μόνο το βλέπω στους αριθμούς που αλλάζουν στο κινητό.
Ίσως αχρείαστο, ίσως σημαντικό
ώστε να "αξιολογώ ορθολογικά"
την ταχύτατη πορεία που έχει πάρει η συνειδητοποίηση
των πληγών κι η απελευθέρωση που
προκύπτει.
Χθες ήταν τεράστιο το βάρος που έφυγε  απ' το συκώτι μου.
Κι η άμμος με αγκάλιασε εμένα
και την επιθυμία μου, δικαιολόγησε
τον πόνο ως αναγκαίο για να
συνδεθώ μαζί της, να της χαρίσω το
βάρος μου για να δανειστώ την
ανάσα της.

Φόβος.
Της ανυπαρξίας ή του αλόγου;


Εύα
19/8/2020

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Νευροανατομία

Οι χιλιάδες λεπτομέρειές σου,
που δε θα μάθω,
είναι επώδυνες ακίδες
σ' εκείνη την περιοχή
του εγκεφάλου μου
που θα σ' αγαπούσε
αν είχες μείνει.


Μιράντα Παπαδοπούλου

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Το καναρίνι

«Το καναρινί μου που πια δεν κελαϊδάει,
θέλεις να τ’ αμολύσω στο βουνό;

— Ώ, όχι, μην το κάνεις, φίλε μου.

— Το καναρίνι μου που πια δεν κελαϊδάει,
θες να το θάψω στο δασάκι των μπαμπού;

— Ώ, όχι, μην το κάνεις ούτε αυτό!

— Το καναρίνι μου που πια δεν κελαϊδάει
θες να το μαστιγώσω μ’ ένα κλωνάρι ιτιάς;

— Ώ, όχι. είναι μικρούλι, θα πονούσε!

— Το καναρίνι μου που πια δεν κελαϊδάει
γώ θα τ’ αφήσω σε μια βάρκα από αβόριο,
μ’ ένα κουπί ασημένιο
μια νύχτα με πανσέληνο.
Θα του ξανάρθουν τότε όσα τραγούδια ξέχασε.»


Γυάζο Σάιτζο [Yaso Saijō / 西條八十] Μετφρ. Ρίτα Μπούμη Παπά

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

My Brother My Wound

I was calling in the bulls from the street.
They came like a dark river —
a blur of chest and hoof —
everything moving, under, splinter — hooked
their horns through the walls. Light hummed
the holes like yellow jackets. My mouth
was a nest torn empty.

Then, he was at the table.
Then, in the pig’s jaws —
he was not hungry. He was stop.
He was bad apple. He was choking.

So I punched my fists against his stomach.
Mars flew out
and broke open or bloomed —
how many small red eyes shut in that husk?

He said, Look. Look. And they did.

He said, Lift up your shirt. And I did.

He slid his fork beneath my ribs —
Yes, he sang. A Jesus side wound.
It wouldn’t stop bleeding.
He reached inside
and turned on the lamp —

I never knew I was also a lamp — until the light
fell out of me, dripped down my thigh, flew up in me,
caught in my throat like a canary.
Canaries really means dogs, he said.

He put on his shoes.
You started this with your mouth, he pointed.
Where are you going? I asked.
To ride the Ferris wheel, he answered,
and climbed inside me like a window.

Natalie Diaz