Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Αγάπη

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.

Και με είδε μια αχτίδα.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.


Κώστας Καρυωτάκης

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Καθαρό πρόσωπο

Υπομονή. Δεν τελείωσαν όλα.
Σ'αυτή τη ζωή δεν τελειώνουν όλα
Ούτε σε μια μέρα
Ούτε σε μια ζωή.

Στην άκρη της νύχτας
- για σε το λέω, απελπισμένε -
στην άκρη της νύχτας
πάνω σε κάποιο κλαρί
κρέμεται μια ελπίδα.
Το ίδιο και για σένα
- Στραγγαλιστή-
στην άκρη κάποιου κλαδιού
Κρέμεται μια αγχόνη.

Υπομονή μόνο. Άς πηγαίνουν όλα αργά,
Άς δείχνουν όλα λυπημένα
( μετά τη δύση της μέρας ή μετά τη δύση της ζωής ).
Άς λενε..
Πως ο θεός έπλασε τον κόσμο
σ' επτά μόνο μέρες.
Σ' επτά μόνο μέρες δε μπορείς
να χτίσεις ούτ' έναν πύργο στην Ισπανία !

Αλλά - πολλές φορές - καλά είναι και τα ψέματα.
Σβήνουν κι' αυτά κάποιες δίψες.
Νάναι μόνο καθαρά. Καθαρά ψέματα
Όχι βρωμισμένα μ' Αλήθειες !
Επι τέλους θέλουμε ένα βρώμικο ψέμα
Για να γλυτώσουμε απ' τις φκιασιδωμένες αλήθειες.


Μενέλαος Λουντέμης, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Οι μοιραίοι

Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμ' εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!



Κώστας Βάρναλης, Ποιητικά, 1956

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Τα μουνάκια

Μουνάκια φλογισμένα σαν τα ρόδα
Σαν του νεοφούρνιστου ψωμιού τη θραψερή ζεστοβολιά
Μες τα τρεμόπαχα μεριά σας
που ονειρεύεστε νυχτιές οργιακές
Παρθενικά μουνάκια!
αργοσαλεύουν τα χειλάκια
τα χνουδωτά!
Σαν γαρούφαλλων ανεμόσειστα φυλλάκια
Σαν στοματάκια διψασμένα
από ποια δίψα;
Και κάπου κάπου αργοκυλά
στων διακαμένων σας χειλιών την άκρη
της βαρβατίλας καβλομύριστο ένα δάκρυ!


Κώστας Βάρναλης


Για την προέλευσή του:

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

μια κάρτα για το πορτοφόλι σου

Άσυλο: να στέκεσαι στο τέλος τής σειράς.
Να σού δίνουν ένα κομμάτι ψωμί
Το να στέκεσαι: κάτι που έκανε ο παππούς σου
Χωρίς να ξέρει το γιατί.
Η Μπουκιά; : Εσύ
Η πατρίδα: μια κάρτα για το πορτοφόλι σου.
Το χρήμα: Χαρτιά με φωτογραφίες Ηγετών.
Η φωτογραφία: Η υποκατάσταση εν αναμονή τής επιστροφής σου.
Και η επιστροφή: Μυθολογικό ον… από τα παραμύθια τής γιαγιάς σου.
Τέλος τού πρώτου μαθήματος.

Ashraf Fayadh


Ο Ασράφ Φαγιάντ γεννήθηκε το 1980 στην Παλαιστίνη και ζει στη Σαουδική Αραβία. Ζωγράφος και ποιητής, οργάνωσε και επιμελήθηκε εκθέσεις Σαουδικής τέχνης στη χώρα παραμονής του και στην Ευρώπη. Ενεργοποιείτο σε βρετανο-αραβικούς καλλιτεχνικούς οργανισμούς. Τον Νοέμβριο τού 2015 καταδικάστηκε σε θάνατο για αποστασία.
Μετά από μια διαφωνία σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου, ο Φαγιάντ συνελήφθη από την θρησκευτική αστυνομία της χώρας του στην Άμπχα, πρωτεύουσα τής επαρχίας Ασίρ. Αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση, αλλά συνελήφθη ξανά το 2014 και καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση και 800 μαστιγώσεις. Άσκησε έφεση, δικάστηκε ξανά και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο Φαγιάντ κατηγορήθηκε ότι προωθεί την αθεΐα με το βιβλίο του Οδηγίαι Εντός (2008). Οι υποστηριχτές του πιστεύουν ότι τιμωρείται επειδή ανέβασε στο διαδίκτυο ένα βίντεο από δημόσια μαστίγωση στην Άμπχα. Ο Άνταμ Κουγκλ (Adam Coogle), από το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch) πιστεύει ότι η θανατική καταδίκη αποκαλύπτει την «απόλυτη μισαλλοδοξία απέναντι σε όσους δέν συμμερίζονται τις πολιτικές, θρησκευτικές και κοινωνικές θέσεις τής κυβέρνησης (τής Σαουδικής Αραβίας)»

Η ισλαμική θρησκευτική αστυνομία (στα αραβικά : مطوع , πληθυντικός مطوعون ) είναι η επίσημη αστυνομία ορισμένων ισλαμικών κρατών και φροντίζει για την τήρηση τών νόμων τής σαρία, σε σχέση με τη θρησκευτική συμπεριφορά.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Ξελασπώστε το μέλλον

Μέτρησε,
καλοσκέψου,
σημάδεψε –
και τράβα, βήματα τα βήματα,
έστω και πάνω σε μικροζητήματα.
Δεν είναι μόνον ο κομμουνισμός
στη γη,
στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα.
Είναι και μέσ' στο σπίτι,
στο τραπεζάκι μπρος,
στις σχέσεις,
στη φαμίλια,
στην καθημερινή ρουτίνα


Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, απόσπασμα

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

"Είμαστε ίδιες"

"Είμαστε ίδιες". Πώς γίνεται να είμαστε ίδιες; Από αυτό που φαίνεται. Το φαινόμενο όμως, δεν είναι καθρέφτης; Μήπως κοιτάζουμε στην λίμνη, όπως ο νάρκισσος, και ερωτευόμαστε την αντανάκλασή μας; Είχαμε τα ίδια βιώματα; Τους ίδιους γονείς, συγγενείς; Είχαμε τα ίδια προβλήματα; Απώλεια; Την τρυφερή ηλικία που βιάζεται ώστε να κατανοήσει.. Δεν είμαστε ίδιες γιατί δεν γίνεται να είμαστε ίδιες. Η κάθε μία πέρασε τον δικό της προσωπικό εξευτελισμό για να μπορέσει να σταθεί άξια του εαυτού της. Ζύμωση. Το θηλυκό απαρτίζεται από ποικιλία όψεων. ΜΙΑ πολλαπλή προσωπικότητα. Αναλόγως ποιο χαρτί τραβήξει ο συν/τροφός/κάτοικος/άνθρωπος, εμφανίζει την αντίστοιχη πτυχή. 
Κάποιες μπερδεύονται και πιστεύουν στον ρόλο. Τον υιοθετούν, για κάποιο χρονικό διάστημα, και λένε "έτσι είμαι εγώ". Κάποιες ξεχνούν την πολύπλευρη όψη τους και χάνονται στο ψέμα. Κάποιες ξυπνούν και αναρωτιόνται πώς ξεχάστηκαν όλο αυτό το διάστημα.. Κάποιες ξυπνούν και δεν ξανακοιμούνται ποτέ. Κάποιες ονειροβατούν. Άλλες ακροβατούν.. Μια γυναίκα λοιπόν, ως ενέργεια, ως φύλο, ως ον, είναι απλά το θηλυκό. Όταν η θάλασσα περάσει από μέσα μας και μας ξεβράσει το κύμα, φεύγουν οι λέξεις και μένει η ουσία. Εκεί, όλες οι γυναίκες είναι ένα. Είναι απλά το θηλυκό. Είναι απλά ΜΙΑ πολλαπλή προσωπικότητα, αποτελούμενη απο πολλές υποδιαιρέσεις. Εκεί, είμαστε ίδιες. Έχουμε ανάγκες, έχουμε φωνή, έχουμε πόνο, έχουμε πυγμή. Είμαστε εδώ για να προστατέψουμε τη ζωή και σίγουρα για να γίνει αυτό, οφείλουμε να προστατέψουμε και τον εαυτό μας ως μέρος αυτού. Φύλακες παιδιών, ζώων, φυτών, ανδρών, μυστικών, ψυχών. Χωρίς απαραίτητα να ορίζουμε τι είναι αγάπη και τι όχι. Χωρίς ταμπέλες. Χωρίς λέξεις. Η ανθρωπιά εμπεριέχει σεβασμό, αγάπη, αλληλο-υποστήριξη. Η ανθρωπιά όλα τα σηκώνει κι ας μην τα συγχωρεί.

Μ2

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι



Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
μέσα απ' τους θορύβους του θανάτου
και της νίκης
Να συλλογιέμαι εσένανε
μέσα απ' τη φυλακή
κι έχοντας περασμένα τα σαράντα

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
Να το 'να χέρι σου
σ' ένα ύφασμα γαλάζιο ξεχασμένο,
ξεχασμένο

Και να -- να'μαι στα μαλλιά σου
η ραθυμιά η περήφανη
της Ινσταμπούλ της γης μου

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι,
να γράφω λόγια σένα,
να σε κοιτάζω πλαγιασμένος
έτσι ανάσκελα μες στο κελί μου
Μια λέξη που ΄χες πει
την τάδε μέρα,
στο τάδε μέρος
Όχι η λέξη η ίδια
μα αυτός ο τρόπος που είχε,
που είχε μέσα της
να κλείνει όλο τον κόσμο

Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
Για σένα θα σκαλίσω ακόμα
τόσα πράγματα
Θα φτιάξω ένα μικρό κουτί,
ένα δαχτυλίδι
Θα υφάνω τρεις οργιές μετάξι
Και ξαφνικά πετιέμαι ορθός
τρέχοντας να χουφτώσω
του παραθυριού τα κάγκελα
Και να φωνάζω στον γαλάζιο ουρανό
της λευτεριάς,
όλα μου τα τραγούδια
που ΄γραψα για σένα


Ναζίμ Χικμέτ, Αποδ. Γιάννης Ρίτσος

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Ουτοπία

Είναι στον ορίζοντα… κάνω δύο βήματα, απομακρύνεται δύο βήματα. Κάνω δέκα βήματα και ο ορίζοντας τρέχει δέκα βήματα μακριά. Όσο και να περπατάω, δεν θα τη φτάσω ποτέ. Τι χρησιμεύει τότε η ουτοπία; Σ” αυτό χρησιμεύει: στο να περπατάς.

Αυτός είναι και ο στόχος του ηθικού θεάματος επίσης, να περπατάς. Το λάθος είναι να βλέπουμε το θέαμα σαν το νέο κόσμο. Αυτό κάνει τόσο το εξουσιαστικό όσο και το εμπορικό θέαμα, και με αυτόν το τρόπο το θέαμα γίνεται υποκατάστατο του ονείρου.

Το ηθικό θέαμα προσφέρει ένα διαφορετικό σχηματισμό. Αντί για υποκατάστατο του ονείρου, το ηθικό θέαμα είναι ένα όνειρο σε επίδειξη. Είναι ένα όνειρο το οποίο μπορούμε να δούμε, να το σκεφτούμε, να δράσουμε μέσα του, να το δοκιμάσουμε αν μας κάνει, αλλά όχι απαραίτητα και να το πραγματοποιήσουμε. Το ηθικό θέαμα είναι το μέσο, όπως τα όνειρα που παρουσιάζει, για να φανταστούμε νέες καταλήξεις. Σαν τέτοιο, το ηθικό θέαμα έχει τη δυνατότητα της δημιουργίας ενός εξωτερικού – σαν μια ψευδαίσθηση. Αυτή δεν είναι η παραίσθηση του να πιστεύεις πως έχει δημιουργήσει ένα εξωτερικό, αλλά μια ψευδαίσθηση που δίνει κατεύθυνση και κίνητρο που μπορεί να σε οδηγήσει εκεί.

Θα δώσω ένα παράδειγμα του ιδανικού ηθικού θεάματος, ένα που να περιλαμβάνει όλες τις παραπάνω ιδιότητες. Δε μπορώ. Δεν υπάρχει. Το ιδανικό ηθικό θέαμα είναι το ίδιο σαν όνειρο: κάτι στο οποίο να δουλεύεις και να περπατάς προς αυτό. Οι προοδευτικοί έχουν πολύ περπάτημα να κάνουν. Πρέπει να το κάνουμε αυτό με τα πόδια μας στο έδαφος, με καθαρή αντίληψη του πραγματικού (και φανταστικού) εδάφους. Αλλά πρέπει επίσης να ονειρευτούμε, γιατί χωρίς όνειρα δεν ξέρουμε προς τα πού περπατάμε.

Τα προοδευτικά όνειρα, για να έχουν οποιαδήποτε πραγματική κοινωνική επιρροή, πρέπει να γίνουν δημοφιλή όνειρα. Αυτό θα συμβεί μόνο αν αντηχήσουν με τα όνειρα που οι άνθρωποι ήδη έχουν- όπως αυτά που εκφράζονται στην εμπορική κουλτούρα σήμερα, και ακόμα και αυτά που εκδηλώθηκαν από την εξουσία στο παρελθόν.

Αλλά για να έχουν τα προοδευτικά όνειρα κάποια ελπίδα να γίνουν δημοφιλή, πρέπει επίσης, να εκτεθούν. Τα όνειρά μας, κάνουν λίγο καλό, όταν βρίσκονται κλειδωμένα στα κεφάλια μας και ανακυκλώνονται στους μικρούς μας κύκλους. Πρέπει να ειδωθούν και ακουστούν, να κυκλοφορήσουν και να παιχτούν – να φωναχτούν από την κορυφή του βουνού.

Αυτή είναι η δουλειά του θεάματος. Το θέαμα είναι ήδη μέρος της πολιτικής και οικονομικής ζωής μας.

Το σημαντικό ερώτημα είναι : ποιανού ηθική κάνει πράξη και ποιανού τα όνειρα εκφράζει.




Εντουάρντο Γκαλεάνο

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

"Πατρίδα"

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις
ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη
οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους
το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου
που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου
κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του
αφήνεις την πατρίδα
μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά
φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου
ζεστό αίμα στην κοιλιά σου
δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες
μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου
και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο
ανάμεσα στα δόντια σου
και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού
δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.
πρέπει να καταλάβεις
ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα
εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά
κανένας δεν καίει τις παλάμες του
κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια
κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού
τρώγοντας εφημερίδες
εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει
σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.
κανένας δε σέρνεται
κάτω από φράχτες
κανένας δε θέλει να τον δέρνουν
να τον λυπούνται
κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων
ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία
όπου το σώμα σου πονούσε
ή τη φυλακή,
επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη
από μια πόλη που φλέγεται
και ένας δεσμοφύλακας το βράδι
είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό
γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου
κανένας δε θα το μπορούσε
κανένας δε θα το άντεχε
κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό
για να ακούσει τα:
γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι
πρόσφυγες
βρομομετανάστες
ζητιάνοι ασύλου
που ρουφάτε τη χώρα μας
αράπηδες με τα χέρια απλωμένα
μυρίζετε περίεργα
απολίτιστοι
κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε
να κάνετε και τη δική μας
πώς δε δίνουμε σημασία
στα λόγια
στα άγρια βλέμματα
ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά
από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού
ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά
από δεκατέσσερις άντρες
ανάμεσα στα πόδια σου
ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο
να καταπιείς
από τα χαλίκια
από τα κόκαλα
από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.
θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,
αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου
και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές
εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα
να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου
να συρθείς στην έρημο
να κολυμπήσεις ωκεανούς
να πνιγείς
να σωθείς
να πεινάσεις
να εκλιπαρήσεις
να ξεχάσεις την υπερηφάνεια
η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι
μια ιδρωμένη φωνή στο αυτί σου
που λέει
φύγε,
τρέξε μακριά μου τώρα
δεν ξέρω τι έχω γίνει
αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού
θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ


Ποίημα της Κενυάτισσας ποιήτριας Ουαρσάν Σάιρ

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

Αν με τη μεσολάβηση

Αν με τη μεσολάβηση του Κυρ-Νουρί του παραγγελιοδόχου
Η πολιτεία μου, η Ιστανμπούλ μου 'στελνε
Ένα κουτί από κυπαρισσόξυλο, κουτί νυφιάτικο
Κι αν τ'άνοιγα έτσι κάνοντας να κουδουνίζει
το μικρό καμπανάκι της κλειδαριάς: Ιζίιννκνν

Να δυο τόπια υφάσματα της Σίλλης
Δυο ζευγάρια πουκάμισα
Άσπρα μαντήλια κεντημένα με κλωστή ασημένια
Άνθη λεβάντας μέσα σε μικρά τούλινα σακκουλάκια
και συ -ω, αν έβγαινες κι εσύ μέσα από κει.

Θα σ' έβαζα να κάτσεις άκρη-άκρη στο κρεβάτι μου
Θα'βαζα κάτου από τα πόδια σου το λυκίσιο μου δέρμα
Και θα'μενα μπροστά σου με τα χέρια μου δεμένα και σκυμμένο το κεφάλι
Θα σε κοιτούσα, ω εσύ χαρά μου, θα σε κοιτούσα μαγεμένος
Πόσο όμορφη είσαι, Θεέ μου, α πόσο όμορφη
Ο αέρας και το νερό της Ιστανμπούλ μες στο χαμόγελό σου
Όλη η ηδονή της πολιτείας μου μες στο βλέμμα σου
Ω σουλτάνα μου, ω αφέντρα μου, ω αν μ'άφηνες
κι αν ο Ναζίμ Χικμέτ ο σκλάβος σου τολμούσε
Θα'ταν σάμπως ν'ανάσαινε και να φιλούσε όλη την Ιστανμπούλ στο μάγουλό σου.
Όμως φυλάξου
φυλάξου μη μου πεις «έλα σιμά μου»
μου φαίνεται πως αν το χέρι σου άγγιζε το χέρι μου
θα σωριαζόμουνα νεκρός στο τσιμεντένιο πάτωμα.


Ναζίμ Χικμέτ, απόδοση Γιάννης Ρίτσος

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Ποίημα

Θυμάμαι όταν βγήκα απ' τη φυλακή. Το κουρεμένο κεφαλι μου στρογγυλό κι άδειο σαν την υδρόγειο. "'Οχι, δεν πεινάω" έλεγα στους φίλους που με προσκαλούσαν στο τραπέζι τους, ενώ την ίδια ώρα, άρπαζα κρυφά μια φούχτα κόλλυβα, απόνα πιάτο ακουμπισμένο στη ραπτομηχανή. Που βέβαια, τα' τρωγα ύστερα, στην τουαλέτα. Έτσι χόρτασα στη ζωή μου: με νεκρούς, ταπεινώσεις, ποιήματα, χρονολογίες απο παλιές καταστροφές κι οράματα απο αυριανές επαναστάσεις. Και συχνά, για να εκδικηθώ τους άλλους, που' χαν τη βλακεία να πιστεύουνε σε μένα, έκανα διάφορες ποταπότητες και προστυχιές: δεν επέστρεφα τα χρέη μου, έκλαιγα μπροστά στους άλλους ή μιλούσα ατέλειωτα στις κομματικές συγκεντρώσεις. Γιατί, αλήθεια, ξέχασα να πώ, ότι απο καιρό τώρα ήμουνα δοσμένος σε μια μεγάλη υπόθεση - τόσο μεγάλη, θέ μου, που να' χει τόπο ακόμα και για τους πιο ηλιθιους. Δεν μπορώ όμως να μην ομολογήσω, πως οι άνθρωποι μου πρόσφεραν πολλά : απιστίες οι γυναίκες, συμβουλές οι τρελλοί, απίθανα όνειρα οι σύντροφοι, κάπως βέβαια όλα αυτά φθαρμένα απ' την χρήση και το χρόνο. Μα η απλήστία μου, σαν ένα πελώριο κύμα, τα' λουζε όλα, και τα ξανάβρισκα σα μόλις κομμένα απο τον κόρφο του θεού. Κι οι μέρες μου, θριαμβευτικές, στηρίζαν τον υπέροχο,στέρεο αγκώνα τους πάνω στο νερό της ματαιότητας. Τέλος, για να μην τα πολυλογώ, αφού έζησα όλο το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο απάνθρωπο έγκλημα : να πιστέψω στους ανθρώπους.
Τότε, λοιπόν, γιατί απαγορεύεται σ' έναν επαναστάτη, ν' αυτοκτονήσει.


Τάσος Λειβαδίτης, Ποιήματα (1958-1964)

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Ἀποχαιρετιστήριο ΙΙ

Τὸ βράδυ ποὺ σ᾿ ἀγάπησα δὲν ἦταν καλοκαίρι.
Τὰ φύλλα μόλις πρόβαλλαν ἐπάνω στὰ κλαριὰ
κι οὔτε θυμᾶμαι νὰ σοῦ πῶ, τί μ᾿ εἶχε τότε φέρει,
σὲ ῾κείνη τὴ μεριά.

Θυμᾶμαι μόνο πού ῾σερνα τὸ βῆμα τὸ νωθρό μου
καὶ τὸ μυαλό μου γύριζε σὲ πράματα παλιά,
τὴν ὥρα ποὺ σ᾿ ἀπάντησα νὰ στέκεσαι στοῦ δρόμου
τὰ πέτρινα σκαλιά.

Τὴ νύχτα ῾κείνη τὴ τρελή, τὴ νύχτα τὴ μεγάλη,
νὰ στὴ θυμήσω τώρα ῾δῶ, τὸ βρίσκω περιττό.
«Τὰ περασμένα πέρασαν, μὴ τὰ θυμᾶσαι πάλι»,
μᾶς λέει τὸ ρητό...

Κι ὅμως κι ἐσὺ μ᾿ ἀγάπησες βαθύτατα, τὸ νιώθω
καὶ ξέρω ἀκόμα πὼς συχνὰ μοῦ τό ῾χες ὁρκιστεῖ,
πὼς ὅσο κι ἂν μαραίναμε τὸ πρῶτο μας τὸ πόθο,
θὰ μέναμε πιστοί!

Μιᾶς καὶ δὲν ἦταν νὰ σταθεῖς σὲ ῾κεῖνα πού ῾χες τάξει,
τότε γιατὶ τὸ λόγο αὐτὸ μ᾿ ἀνάγκασες νὰ πῶ;
Τὸν ὅρκο σου τὸν πάτησες, μὰ ῾γὼ δὲν ἔχω ἀλλάξει:
Ἀκόμα σ᾿ ἀγαπῶ!


Ναπολέων Λαπαθιώτης