Σάββατο 9 Μαΐου 2015

Εαρινή συμφωνία Χ

Αγάπη, Αγάπη,
δε μου'χες φέρει εμένα
μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.

Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ' τη σιωπή και το τραγούδι.

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε πού είσαι ω Αγάπη.

Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν' απολογηθώ.

Τι ν' απαντήσω, Αγάπη;
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του «αδέσμευτου».

Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
«Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα».


Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, Αγάπη.

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες να 'ρθεις, Αγάπη.

Γι' αυτό κ' οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, Αγάπη.

Όταν περιπλανιόμουν
στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω Αγάπη.

Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ' τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, Αγάπη.

Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.

Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ' αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα, Αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου

ω Αγάπη.


Γιάννης Ρίτσος

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Ήλιος ο πρώτος

XVI

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο

και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι

ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο

και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν

αεροβάτες

το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας

ένας Θεός μόνο το ξέρει.



Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεκτρική σου οδύνη

βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται

τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη

που όλο παρακαλείς/ κι όλο δεν ανεβαίνει

χρόνια και χρόνια/ εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.



Κι όμως του πόθου το όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα

κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά

τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησε

κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει

δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή

την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.



Δώσε το χέρι σου – πριν συνταχτούν πουλιά

στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε

πως επιτέλους φάνηκε να ‘ρχεται από μακριά

η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!

Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν

κι ας μας λεν αεροβάτες

φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι

σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά

χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε!


Οδυσσέας Ελύτης

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Εαρινή συμφωνία XVI

Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.

Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.

Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή τού απείρου.

Ένα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
Ένα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.

Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα της θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.

Ένα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.

Κλείσε τα μάτια.


Γιάννης Ρίτσος

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Το τσάι, το καρότο και τ'αυγό

«Σου έχω πει την ιστορία την παλιά με το τσάι, το καρότο και τ’ αυγό;»
Η Έλλη γνέφει «όχι».
«Άκου, λοιπόν!» αρχίζει ο παππούς.

«Κάποτε παραπονιόταν ένας άνθρωπος πως είχε βάσανα πολλά. Τον κάλεσε, που λες, στο σπίτι της κάποια σοφή γερόντισσα, έβαλε ένα τσουκάλι με νερό να βράσει κι έριξε μέσα ένα καρότο κι ένα αυγό. Όταν έβρασαν καλά, έφτιαξε λίγο τσάι του βουνού και ρώτησε τον άνθρωπο τι βλέπει.

“Ένα καρότο που έχει μαλακώσει από το βράσιμο κι ένα σφιχτό αυγό”, της είπε κείνος.

“Και τι μυρίζει;” ρώτησε η γερόντισσα.

“Μοσχοβολάει τσάι του βουνού!” της απαντάει.

“Ε, λοιπόν, οι λύπες και οι στενοχώριες μοιάζουνε με νερό που βράζει” λέει η γερόντισσα. “Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν δυνατοί, μα σαν τους βρουν αναποδιές, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το καρότο, που μαλακώνει και διόλου δύναμη δεν έχει πια.

Άλλοι πάλι μοιάζουνε με το αυγό. Μέσα τους είναι αδύναμοι και μόνο ένα τσόφλι έχουν απ’ έξω να τους προστατεύει. Όταν έρθουν δύσκολοι καιροί, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το αυγό και, σαν αυτό, γίνονται κι από μέσα τους σκληροί.

Μα είναι κι άλλοι που θυμίζουνε το τσάι. Όταν τους βρίσκουν βάσανα, είναι κι εκείνοι σαν να πέφτουν σε βραστό νερό, μα ούτε σκληραίνουν, ούτε μαλακώνουν. Μεταλλάζουν μόνο το νερό σε τσάι του βουνού που ευωδιάζει. Κι ευφραίνονται με τη μοσχοβολιά του όσοι βρίσκονται κοντά. Τις λύπες και τις στενοχώριες, πάει να πει, τις κάνουν γνώση, καλοσύνη και χαρά.

Πήγαινε στο καλό λοιπόν” του λέει η γερόντισσα “και φρόντισε να είσαι σαν το τσάι.”»


Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, απόσπασμα από το βιβλίο Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας

Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα

Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο
για σάς χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.
Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.
Γράφω για σάς
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθειά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.
Κι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και τα εργαλεία του λαού.

Τάσος Λειβαδίτης (20 Απριλίου 1922 -30 Οκτωβρίου 1988)

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Ένας κόσμος ανάποδα

Παρότι δεν μπορούμε να μαντέψουμε πως θα είναι τα επόμενα χρόνια, έχουμε τουλάχιστον το δικαίωμα να ονειρευτούμε πώς θα θέλαμε να είναι. Το 1948 και το 1976 ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών διατύπωσε οικουμενικές διακυρήξεις με εκτενείς καταλόγους ανθρώπινων δικαιωμάτων αλλά η μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας δεν έχει κανένα άλλο δικαίωμα εκτός από το δικαίωμα να βλέπει, να ακούει και να σιωπά.
Τι θα γίνει αν αρχίσουμε να ασκούμε το δικαίωμα στο όνειρο που δεν διακυρήχθηκε ποτέ; Τι θα γίνει αν για μια στιγμούλα αφεθούμε στο παραλήρημα; Ας διαπεράσει το βλέμμα μας το όνειδος και ας ονειρευτούμε έναν άλλο κόσμο όπου:

Ο αέρας θα είναι καθαρός, απαλλαγμένος από το μικρόβιο του ανθρώπινου φόβου και από τα ανθρώπινα πάθη. Στους δρόμους τα σκυλιά θα συνθλίβουν αυτοκίνητα. Τους ανθρώπους δεν θα τους ελέγχει το αυτοκίνητο, δε θα τους προγραμματίζει ο υπολογιστής, δε θα τους εξαγοράζει το σούπερ μάρκετ, δε θα τους παρακολουθεί η τηλεόραση. Η τηλεόραση θα πάψει να είναι το πιο σημαντικό μέλος της οικογένειας και θα της συμπεριφερόμαστε όπως στο σίδερο ή το πλυντήριο ρούχων.

Οι άνθρωποι θα δουλεύουν για να ζήσουν, αντί να ζουν για να δουλεύουν. Στους ποινικούς κώδικες θα ενταχθεί και το αδίκημα της βλακείας, το αδίκημα που διαπράττουν όσοι ζουν για να έχουν ή για να κερδίζουν, αντί να ζουν απλώς και μόνο για να ζουν, σαν τα πουλιά που κελαηδούν χωρίς να ξέρουν ότι κελαηδούν και σαν τα παιδιά που παίζουν χωρίς να ξέρουν ότι παίζουν.

Σε καμιά χώρα δεν θα φυλακίζονται οι νέοι που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία αλλά εκείνοι που θα θέλουν να την υπηρετήσουν. Οι οικονομολόγοι δε θα ονομάζουν επίπεδο ζωής το επίπεδο κατανάλωσης, ούτε ποιότητα ζωής την ποσότητα των υλικών αγαθών.

Οι μάγειροι δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους αστακούς να τους βράζουν ζωντανούς. Οι ιστορικοί δεν θα πιστεύουν ότι η εισβολή σε μια χώρα είναι κάτι που την ευχαριστεί. Οι πολιτικοί δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους φτωχούς να τρώνε υποσχέσεις.

Η σοβαρότητα θα πάψει να θεωρείται αρετή και κανείς δε θα παίρνει στα σοβαρά έναν άνθρωπο που δε θα είναι ικανός να γελάει με τον εαυτό του. Ο θάνατος και το χρήμα θα χάσουν τις μαγικές τους δυνάμεις και ούτε ο θάνατος ούτε η περιουσία θα μπορούν να μετατρέψουν έναν παλιάνθρωπο σε ευυπόληπτο πολίτη. Κανείς δε θα θεωρείται ήρωας ή χαζός επειδή κάνει αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό αντί να κάνει αυτό που τον συμφέρει περισσότερο.

Ο κόσμος δεν θα πολεμάει πια τους φτωχούς αλλά τη φτώχεια και η στρατιωτική βιομηχανία δε θα έχει άλλη λύση παρά να κλείσει. Το φαγητό δε θα είναι εμπόρευμα ούτε η επικοινωνία εμπόριο, επειδή το φαγητό και η επικοινωνία είναι δικαιώματα του ανθρώπου.

Κανείς δε θα πεθαίνει από πείνα επειδή κανείς δε θα πεθαίνει από το πολύ φαΐ. Κανείς δε θα φέρεται στα παιδιά του δρόμου σαν να είναι σκουπίδια, επειδή δε θα υπάρχουν παιδιά του δρόμου. Κανείς δε θα φέρεται στα πλούσια παιδιά σαν να είναι λεφτά, επειδή δε θα υπάρχουν πλούσια παιδιά.

Η εκπαίδευση δε θα είναι προνόμια μόνο όσων μπορούν να την πληρώσουν. Η αστυνομία δεν θα είναι εφιάλτης για όσους δεν μπορούν να την εξαγοράσουν. Η δικαιοσύνη και η ελευθερία, αδέρφια σιαμαία που καταδικάστηκαν να ζουν χωριστά, θα ενωθούν και πάλι, πλάτη με πλάτη.

Μια μαύρη γυναίκα θα είναι πρόεδρος της Βραζιλίας και μια άλλη γυναίκα, επίσης μαύρη, θα είναι πρόεδρος την Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής μια ινδιάνα γυναίκα θα κυβερνάει τη Γουατεμάλα και μια άλλη το Περού. Στην Αργεντινή οι τρελές της Πλάζα ντε Μάγιο θα είναι παράδειγμα πνευματικής υγείας, επειδή εκείνες αρνήθηκαν να ξεχάσουν στα χρόνια της υποχρεωτικής λήθης.

Η Αγία Μητέρα Εκκλησία θα διορθώσει τα τυπογραφικά λάθη στους πίνακες του Μωυσή και η έκτη εντολή θα προστάζει να τιμάμε το σώμα. Η Εκκλησία επίσης θα υπαγορεύσει μια ακόμη εντολή, που την ξέχασε ο Θεός: «Αγάπα τη φύση, μέρος της οποίας είσαι κι εσύ».

Θα ξαναβλαστήσουν τα δάση στον ερημωμένο κόσμο μας και στις ερημωμένες ψυχές.

Οι απελπισμένοι θα ξαναβρούν την ελπίδα τους και οι χαμένοι τη ζωή τους, αφού απελπίστηκαν επειδή ήλπισαν πολύ και χάθηκαν επειδή έψαξαν πολύ.

Όσοι έχουμε θέληση για δικαιοσύνη και ομορφιά θα είμαστε όλοι αδέρφια, όποτε κι αν έχουμε γεννηθεί, όπου κι αν έχουμε ζήσει, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε καθόλου τα σύνορα του κόσμου και του χρόνου.

Η τελειότητα θα εξακολουθήσει να είναι το βαρετό προνόμιο των θεών όμως, σ’ αυτό τον όμορφο αλλά και γαμημένο κόσμο, θα ζούμε την κάθε νύχτα σαν να ‘ναι η τελευταία και την κάθε μέρα σαν να ‘ναι η πρώτη μας.


Εντουάρντο Γκαλεάνο


Στις 13 Απριλίου του 2015, ο Ουρουγουανός λογοτέχνης Εντουάρντο Γκαλεάνο έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών. Εχθρός των απολυταρχικών καθεστώτων (με το έργο του να απαγορεύεται σε περιπτώσεις όπως του στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Ουρουγουάη το ‘73 και αργότερα στην Αργεντινή), φίλος του ποδοσφαίρου και της ριζοσπαστικής, ελεύθερης πλευράς της λατινοαμερικάνικης ιστορίας, θιασώτης του κόσμου «όπου κάθε νύχτα θα τη ζούμε σαν να ‘ναι η τελευταία και την κάθε μέρα σαν να ‘ναι η πρώτη μας».
Ο Γκαλεάνο είχε αρνηθεί ότι ήταν ιστορικός συγγραφέας, λέγοντας πως «είμαι ένας συγγραφέας που θα ήθελε να συνεισφέρει στη διάσωση της απηχθείσας μνήμης όλης της Αμερικής, αλλά πάνω από όλα της Λατινικής Αμερικής, πατρίδα περιφρονημένη και αγαπητή».
«Έχουμε κόψει τη μνήμη σε κομμάτια και γράφω προσπαθώντας να ανακτήσω την αληθινή μας μνήμη, τη μνήμη της ανθρωπότητας που είχε ακρωτηριαστεί από αλαζονεία, από ρατσισμό, από τον μιλιταρισμό και πολλούς άλλους «ισμούς», που σκότωσαν με τρομερό τρόπο το μεγαλείο μας και την ομορφιά,» είχε δηλώσει σε συνέντευξή του.
«Κάθε μέρα έχει μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί, επειδή οι μέρες μας είναι φτιαγμένες από ιστορίες. Οι επιστήμονες λένε ότι είμαστε φτιαγμένοι από μικρά σωματίδια, τα άτομα, αλλά εμένα ένα πουλάκι μου είπε ότι είμαστε φτιαγμένοι από ιστορίες», έγραφε…

αποσπάσματα από Το Περιοδικό

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Game of Thrones- ιστορικός υλισμός (Απάντηση στο άρθρο του P.Mason)




Game of thrones και το τέλος της μαρξιστικής θεωρίας

Πώς θα έμοιαζε μια αρκετά υλιστική ανάγνωση του Game of Thrones;

του Sam Kriss



Δε χρειάζεται να το πούμε, μα η μαρξιστική θεωρία δεν είναι αστείο, μια διασκεδαστική τεχνική που μπορεί να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε καθημερινό φαινόμενο εξιτάρει τη φαντασία κάποιου.

Υπάρχει ένας ανησυχητικός πολλαπλασιασμός αυτού του είδους της τυχαιότητας τελευταία: εφημερίδες δημοσιεύουν μαρξιστικές θεωρίες μολυβιών, μαρξιστικές αναγνώσεις του νέου άλμπουμ της Taylor Swift, μαρξιστικές εκθέσεις για το λόγο που έχουν ρώγες οι άντρες. Ιδρύματα που δεν είχαν φανταστεί ποτέ ότι θα εξέδιδαν μαρξιστικές κριτικές, ας πούμε του τραπεζικού συστήματος, είναι εξαιρετικά χαρούμενα να αφήσουν τα παιδιά του Καρλ να κριτικάρουν τα όνειρά μας.

Στο πιο πρόσφατο παράδειγμα, ο Guardian έχει επιστρατεύσει τον Paul Mason, οικονομικό αναλυτή του Channel 4 News, να δώσει μια ιστορική-υλιστική πρόβλεψη για τις επερχόμενες σεζόν του Game of Thrones.

Όχι ότι υπάρχει κάτι κακό σ'όλα αυτά - όμως αυτοί οι άνθρωποι θα'πρεπε να θυμούνται ότι ο Μαρξισμός είναι φωτιά και κίνδυνος: η θεωρητική προσέγγιση που όχι μόνο καταφέρνει να κατανοήσει τις καπιταλιστικές σχέσεις, αλλά προτείνει την κατάργηση αυτών των σχέσεων.

Με άλλα λόγια, είναι το μόνο αστείο που είναι πραγματικά κωμικό. Ο Μαρξισμός βλέπει τη λεπτεπίλεπτα κουρδισμένη λογική όλων των σύγχρονων κοινωνιών, αναγνωρίζει την απόλυτη χρησιμότητα κάθε στοιχείου, κι έπειτα δηλώνει πως το όλο πράγμα είναι τρελό και ηλίθιο. Εντέλει αποκαλύπτει ότι ο λογικός κόσμος που ζούμε τώρα είναι στην πραγματικότητα ένας εξωπραγματικός κόσμος, γεμάτος snark και grumpkin (μυθικά τέρατα στο GoT), τόσο παράλογος όσο οτιδήποτε στις πιο παραφουσκωμένες μυθοπλασίες.

Το άρθρο του Mason Μπορεί η μαρξιστική θεωρία να προβλέψει το τέλος του Game of Thrones; παρανοεί τόσο τη φαντασία όσο και το μαρξισμό, κυρίως επειδή αποτυγχάνει να κατανοήσει αυτό το σημαντικό σημείο. Μέρος της αποτυχίας του έχει να κάνει επίσης με την υπερβάλλουσα φιλοδοξία του - στο χώρο μιας σύντομης έκθεσης, ο Mason προσπαθεί να προβλέψει τη μελλοντική έκβαση του GoT υπό την άποψη της φεουδαρχίας και την άνοδο του καπιταλισμού, και να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι που ζουν στις καπιταλιστικές οικονομίες απολαμβάνουν φανταστικές ιστορίες που συμβαίνουν μέσα στη μεσαιωνική αποσύνθεση.

Οποιοδήποτε από αυτά τα ζητήματα θα μπορούσε να προσφέρει αρκετό υλικό για ένα ολόκληρο βιβλίο. Μπερδεμένα μεταξύ τους σε λίγο παραπάνω από χίλιες λέξεις, καταλήγουν να περνάνε το ένα πάνω απ'το άλλο σχεδόν ακατανόητα πια. (Φυσικά, δεδομένου του μπερδέματος που έκανε με αυτές τις τρεις ιδέες, αυτός ο αντίλογος θα πρέπει να κάνει περίπου το ίδιο.)

Το κεντρικό επιχείρημα του Mason είναι πως το χρέος και ο όλεθρος που υπέστη το Γουέστερος κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Πέντε Βασιλέων μας παρέχει μια φανταστική αναλογία με την κρίση στον ύστερο μεσαίωνα της δικής μας ιστορίας (επίσης, συγκεχυμένα, με την τρέχουσα κρίση της ΕΕ). Το βασίλειο είναι ώριμο για μια αστική επανάσταση -όπως το θέτει, "Το Γουέστερος χρειάζεται καπιταλιστές"- αλλά, εξαιτίας των περιορισμών του είδους της "υψηλής μυθοπλασίας" [το είδος αυτό που έχει να κάνει με κόσμους εκτός της δικής μας πραγματικότητας, σε ένα δευτερεύον/παράλληλο σύμπαν,χρόνο,κλπ], αυτό δεν μπορεί να συμβεί ποτέ. Το κοινωνικό σύστημα σε τέτοιες μυθοπλασίες μπορεί να παρακμάσει, μα δεν καταρρέει ποτέ. Αντίθετα, η φανταστική φεουδαρχία θα βγει αγκομαχώντας από την κρίση της βρίσκοντας νέα γη και πόρους πέρα από τη Θάλασσα του Ηλιοβασιλέματος στη Δύση.

Αυτό το επιχείρημα είναι ασύστολα ανεύθυνο, και ούτε κατά διάνοια μαρξιστικό. Ξεχάστε τους καπιταλιστές: μια Δημοκρατία των Λαών του Γουέστερος είναι δυνατή και επικείμενη - όμως μπορεί να είναι πολύ πιο ξένη και φανταστική απ'όσο πολλοί από μας θα θέλαμε να παραδεχτούμε.

Ξεκινώντας με την τετριμμένη άποψη για τον πραγματικό κόσμο, ορίστε ο απολογισμός του Mason για την κρίση της κάποτε υπαρκτής φεουδαρχίας:
Τα τεράστια χρέη που είχαν συσσωρευτεί σε ένα διεφθαρμένο σύστημα πατρωνίας, του οποίου οι πραγματικές πηγές πλούτου είχαν στερέψει, ήταν αυτά που στο τέλος κατέστρεψαν αυτό το ίδιο το σύστημα.
. . . . Όμως τελικά η δύναμη του εμπορίου άρχισε να συμπιέζει την εξουσία των βασιλιάδων. Και η φεουδαρχία έδωσε τελικά τη θέση της σε ένα άλλο σύστημα, τον καπιταλισμό, που βασίζεται σε εμπόρους, τραπεζίτες, αποικιοκρατική λεηλασία και δουλεμπόριο.
Μπορεί να υπάρχει η αίσθηση πως κάτι λείπει εδώ. Οι παλιές μοναρχικές δυνάμεις βρίσκονται υπό το βάρος ενός αυξανόμενου χρέους που απειλεί την σταθερότητα της κοινωνίας. Οπότε οι τραπεζίτες σπεύδουν προς διάσωση, μετασχηματίζοντας την φεουδαρχία σε καπιταλισμό. Παρόλο που σ'ένα σύστημα πατρωνίας, όσο διεφθαρμένο κι αν είναι, υποτίθεται πως δεν μπορεί να υπάρχει δημόσιο χρέος.

Αυτό που περιγράφει ο Mason δεν είναι μια φεουδαρχική κρίση, αλλά μια καπιταλιστική. Στο ξεκίνημα της μεσαιωνικής περιόδου δεν υπήρχαν όργανα του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, τότε που η φεουδαρχία έπνεε τα λοίσθια υπήρχαν. Κάτι άλλο συνέβη που έβαλε τα θεμέλια για την εμφάνιση της εγχρήματης παγκόσμιας αυτοκρατορίας.

Εκπληκτικά, για κάτι που ισχυρίζεται να είναι μια ιστορική-υλιστική ανάλυση, δεν υπάρχει απολύτως καμία αναφορά στην ταξική πάλη. Η πραγματική κρίση της φεουδαρχίας ήταν ελάχιστα σχετική με τη διαφθορά και την ανηθικότητα της αριστοκρατίας, αλλά ήταν απολύτως συνδεδεμένη με τη συλλογική δράση από μεριάς των εργαζόμενων μαζών.

Αφού ο πληθυσμός της Ευρώπης αποδεκατίστηκε από το Μαύρο Θάνατο, η εργασία ξαφνικά άρχισε να πληρώνεται αξιοπρεπώς, κι όταν αυτό απειλούνταν υπήρχε η αυτοπεποίθηση της εξέγερσης. Οι εξεγέρσεις των χωρικών ήταν σχεδόν αδιάκοπες κατά τη διάρκεια της ύστερης μεσαιωνικής περιόδου - μόνο στη Γερμανία υπήρξαν πάνω από εξήντα περίοδοι μαζικού ξεσηκωμού ανάμεσα στα 1336 και 1525.

Συχνά οι χωρικοί έπαιρναν αυτό που ζητούσαν: υψηλούς μισθούς, δικαιώματα στις κοινές γαίες και ελεύθερο χρόνο. Ως αποτέλεσμα, η κυρίαρχη τάξη δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να καρπωθεί το πλεόνασμα που χρειαζόταν για να συνεχίσει να λειτουργεί το σύστημα: στο τέλος βρήκαν διαφυγή στο μερκαντιλισμό, τις περιφράξεις και την πρωταρχική συσσώρευση.
Η παρακμή της φεουδαρχίας ήταν στην πραγματικότητα μια στιγμή απίστευτων ευκαιριών που καταπνίγηκαν με τη βία. Ο Mason δε φαίνεται να το αναγνωρίζει. Αντιθέτως, συνδέει την κρίση του ύστερου μεσαίωνα με αυτό που στη θεωρία της μυθοπλασίας είναι γνωστό ως αποψίλωση [thinning]. Όπως εξηγεί:
Στη σύγχρονη φανταστική μυθιστοριογραφία υπάρχει πάντα μια κρίση του συστήματος: τόσο στην οικονομική τάξη όσο και στις «αύρες» της εξουσίας – της μαγείας- που απορρέει από αυτή. Υπάρχει, στη θεωρία της λογοτεχνίας, ακόμη και ένας τεχνικός όρος για αυτό το κρίσιμο σημείο: ο όρος «thinning» (= αραίωση ή αποψίλωση). Στην Εγκυκλοπαίδεια της Φαντασίας, μάλιστα που έχουν φτιάξει οι John Clute και John Grant ορίζουν ως thinning, «τη συνεχή απειλή της παρακμής», της αποδυνάμωσης του υπάρχοντος status, που συνοδεύεται από ένα διάχυτο πένθος και την αίσθηση της αδικίας στον κόσμο.
Όμως, αυτή η αποψίλωση απαιτείται, από τις αφηγηματικές συμβάσεις, να είναι συνεχής και διαβρωτική. Στους φανταστικούς κόσμους επιτρέπονται δράκοι και μάγισσες, αλλά ποτέ αληθινή πρόοδος:
Το Γουέστερος χρειάζεται καπιταλιστές... Όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί στο δευτερεύων/παράλληλο κόσμο της φανταστικής λογοτεχνίας. Δεν μπορεί να επιτραπεί ποτέ στη διαδικασία της αποψίλωσης του συστήματος να φτάσει στο τέλος της: πρέπει να είναι αέναη ώστε να λειτουργήσει η έπαρση [της φεουδαρχίας] στη δραματοποίηση.
Για τον Mason, η φαντασία είναι πάντοτε παράλογη, και η πραγματικότητα βγάζει πάντοτε νόημα. Αυτός ο ισχυρισμός είναι στην καλύτερη περίπτωση αμφίβολος. Καταρχάς, η ανάλυσή του για την τρέχουσα παράταξη των δυνάμεων και των εξουσιών στο GoT είναι εντελώς λανθασμένη.
Οι επαναστάτες χωρικοί και το όνειρό τους για μια Νέα Ιερουσαλήμ είναι σε πλήρη ισχύ - η Αδελφότητα Χωρίς Λάβαρα κατακλύζει την επαρχία, φλογεροί κομμουνιστές και γεμάτοι μονοθεϊστικό ζήλο. Και οι καπιταλιστές που φαντάζεται ο Mason, "ντυμένοι στα μαύρα, με λευκά δαντελένια κολάρα, αυστηρά πρόσωπα και μια αποστροφή προς το σεξ και το ποτό," είναι ήδη εδώ.
Είναι η Σιδερένια Τράπεζα του Μπράαβος: στην τελευταία σεζόν, αποκαλύπτεται πως είναι αυτοί που χρηματοδοτούν τους κρυφά χρεοκοπημένους Λάννιστερ. Είναι αυτοί που ξελασπώνουν τον Στάνις μετά από μια σειρά άσχημες ήττες και εσωτερικά σχίσματα. Κι είναι δύσκολο να πιστέψουμε πως αυτή η πόλη από δραπέτες σκλάβους δεν παρακολουθεί στενά την πρόοδο της Ντενίρις προς την ακτή Εσοσι.
Όταν οι μπρααβοσιανοί χαιρετιούνται, ο ένας λέει valar morghulis, ο άλλος valar doeharis. Όλοι οι άντρες πρέπει να πεθάνουν, όλοι οι άντρες πρέπει να υπηρετήσουν - το μότο του νεκρωτικού καπιταλισμού. Δε νοιάζονται για τη νομιμότητα, την πρωτοτοκία ή το θεϊκό δικαίωμα των βασιλέων. Νοιάζονται για τους αριθμούς στα κατάστιχά τους. Αν πρέπει να αναδιαρθρώσουν ολοκληρωτικά την οικονομία του Γουέστερος για να πάρουν τα λεφτά τους πίσω, θα το κάνουν. Ένα βασίλειο που ρημάζεται από τον πόλεμο είναι ό,τι πρέπει για την πρωταρχική συσσώρευση: η αυγή του φανταστικού καπιταλισμού είναι σε εξέλιξη.
Περισσότερο θεμελιώδες, παρόλα αυτά, είναι ότι ο Mason παρανοεί τι σημαίνει πραγματικά αποψίλωση. Από την Encyclopedia of Fantasy:
Ο Παράλληλος Κόσμος είναι σχεδόν συνέχεια υπό την απειλή κάποιας έκπτωσης, μια απειλή που συχνά συνοδεύεται από το πένθος και/ή μια αίσθηση αδικίας. Στη δομικά άρτια μυθοπλασία, η αποψίλωση μπορεί να ειδωθεί ως μια υποβίβαση της υγιούς Χώρας/Γης σε μια παρωδία του εαυτού της, και ο αποψιλωτικός παράγοντας - τελικά, στις περισσότερες περιπτώσεις, ο Σκοτεινός Άρχοντας- φαίνεται σαν να προκαλεί τη ζημιά στη γη από φθόνο.
Η αποψίλωση δεν είναι ζήτημα της αποδοτικότητας των καλλιεργειών ή της ποσότητας χρυσού στα εμπορικά πλοία από το Λάνισπορτ. Δεν είναι κάτι για το οποίο ένας τηλεοπτικός οικονομικός αναλυτής θα υπέβαλε έκθεση ("Η μοχθηρία του Σκοτεινού Άρχοντα ανέβηκε στο υψηλότερο ποσοστό εδώ κι έξι χρόνια στο κλείσιμο του χρηματιστηρίου χθες..."). Είναι κατ'ουσίαν φαινόμενο της πλοκής, η κατάρρευση του φανταστικού κόσμου μέσα στη συμβολική πραγματικότητα.
Η Μέση Γη του Tolkien υποτίθεται πως είναι ένας αυτόνομα υπαρκτός φανταστικός κόσμος - όμως είναι ταυτόχρονα ο δικός μας κόσμος, στη δική του μακρινή ιστορία. Η αποψίλωση είναι μια διαδικασία απομάγευσης, ο αργός θάνατος της μαγείας και του θαύματος: αφού ο Σάουρον ηττάται, τα ξωτικά και οι μάγοι αφήνουν τη Μέση Γη προς τις Αθάνατες Γαίες, και το σκηνικό έχει στηθεί για την Εποχή των Ανθρώπων, στην οποία όλοι ζούμε ακόμα.
Αυτή η διαδικασία δεν είναι πολύ διαφορετική από την άνοδο της μηχανιστικής λογικής με τις κεφαλαιοκρατικές επαναστάσεις, το βιομηχανοποιημένο ξεκαθάρισμα με τα τέρατα και τα πνεύματα. Μακριά από αυστηρές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, η αποψίλωση ενσωματώνει τον κόσμο που γνωρίζουμε σε αυτόν της φαντασίας. Αποκαλύπτει πως η πραγματικότητα μας που τόσο αλόγιστα παραδεχόμαστε, είναι τόσο πλασμένη και ουσιαστικά φανταστική όσο και η Μόρντορ και το Σάιρ.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

I am 25


Με μια αγάπη μια τρέλα για τον Σέλει
τον Τσάτερτον τον Ρεμπώ
και το φτωχό ουρλιαχτό της νιότης μου
έχει περάσει από αυτί σε αυτί:
ΜΙΣΩ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ!
Κυρίως τους γέρους ποιητές που αποσύρονται
που συμβουλεύονται άλλους γέρους ποιητές
που μιλούν για τη νιότη τους ψιθυριστά
λέγοντας: - Τα έκανα αυτά τότε
μα αυτό ήταν τότε
αυτό ήταν τότε-
Ω θα ησύχαζα τους γέρους
θα τους έλεγα: - Είμαι φίλος σας
αυτό που κάποτε ήσασταν, μέσ'από μένα
θα γίνετε ξανά-
Τότε τη νύχτα στην ασφάλεια των σπιτιών τους
θα τους ξερίζωνα τις γλώσσες της μετάνοιας
και θα τους έκλεβα τα ποιήματα.


Gregory CorsoGasoline (1958)


"Ήθελα να προκαλέσω εξέγερση, ήθελα να τους ξυπνήσω, ακόμη κι αν το τραγούδι μου ήταν άσκοπο, ή κάπως ανόητο. 
Ο ποιητής είναι ο ραψωδός, ο νομοθέτης, ο αιώνιος επαναστάτης."



With a love a madness for Shelley
Chatterton Rimbaud
and the needy-yap of my youth
has gone from ear to ear:
I HATE OLD POETMEN!
Especially old poetmen who retract
who consult other old poetmen
who speak their youth in whispers,
saying:--I did those then
but that was then
that was then--
O I would quiet old men
say to them:--I am your friend
what you once were, thru me
you'll be again--
Then at night in the confidence of their homes
rip out their apology-tongues
and steal their poems.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Με κατάνυξη

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Ο Τσε στη Ν.Υόρκη (Δον Κιχώτες)

Χέρσα λιβάδια, οι λεωφόροι που περνάς
κι οι ουρανοξύστες, ανεμόμυλοι που τρίζουν
τις πανοπλίες των εχθρών σου μην κοιτάς
μόνο το φόβο τους στα μάτια που γυαλίζουν.

Στέλνει ο άνεμος ευχές από μακριά
Σκιές συντρόφων σου κυκλώνουνε την πόλη
μια λιμουζίνα τ’ άλογό σου προσπερνά
άξιζε ο δρόμος ως εδώ κι ας λείπουν όλοι.

Ας λέει ο χρόνος
πως γερνάει η ζωή
Σφυρίζει ο άνεμος
ακόμα αυτές τις νότες
τις τραγουδάνε
μες στις πόλεις
Δον Κιχώτες.
Ας λέει ο χρόνος
πως γερνάει η ζωή.

στίχοι: Παρασκευάς Καρασούλος
μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Μαρία Δημητριάδη 11/4/1950-7/1/2009


Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Διάλογος ανάμεσα σε ένα στομάχι και ένα μυαλό

Τι είναι αυτό που το λένε Έρωτα;
Ευφάνταστες Επιστολές;
Εικονική Ελευθερία;
Επικίνδυνα Ερεθίσματα;
Ετεροκανονικότητα;
Επαναπροσδιορισμός Εαυτού;
Έννοια Έωλη ή Εκκωφαντική;
Έκκληση για Ελευθερία;
Έμμεση Εξουσία;
Εμετική Εκμετάλλευση;
Ή μήπως Εμπόδιο Ελευθερίας;

Εμείς οι Ειλείθυιες επιμένουμε να επαναπροσδιορίζουμε έννοιες, να επισημαίνουμε επικίνδυνα ερεθίσματα και να εκφυλίζουμε την ετεροκανονικότητα. Γι’ αυτό πήραμε ένα στομάχι και ένα μυαλό από τη Γαλλία και τα φέραμε εδώ… Το στομάχι ενάντια στο μυαλό και το μυαλό ενάντια στο στομάχι… Και ένα Έψιλον στη μέση…


Η γαλλική μπροσούρα Contre l’amour 
ο έρωτας ως πολιτισμικό παράγωγο
Στην εισαγωγή της μπροσούρας αυτής οι Collectif πηγαίνουν Ενάντια στην αγάπη και προσπαθούν να καταλάβουν τι είναι τελικά αυτή η «αγάπη». Στα γαλλικά έχουν μια λέξη και για την αγάπη και για τον έρωτα. Η Αγάπη -λένε- είναι δημιούργημα του Μεσαίωνα: «Μια δόση χριστιανισμού και μια δόση αυλικού έρωτα και τα-νταν! Να ο μύθος της Αγάπης με κεφαλαίο το Α». Το αιώνιο είδωλο της μας καταδυναστεύει. Η Αγάπη γίνεται έτσι η θεά μας, γίνεται απόλυτη και ολιστική, κάνοντας μας να περιμένουμε μια ζωή για τον πρίγκιπα και την πριγκίπισσα πάνω στο άλογο. «Τι μελαγχολία μας προκαλούν όλα αυτά! Πόσα όνειρα, πόσα φαντάσματα, ελπίδες, ενέργεια, στρατηγικές, χρόνος, τρέμουλα, φόβους, κόμπους στο στομάχι, ντροπές, πόσα δάκρυα…»

η κουλτούρα της αγάπης
Από μικρά παιδιά μας γεμίζουν με αγάπη: «Μαμά, γιατί σε όλες τις ιστορίες στην τηλεόραση κερδίζουν οι καλοί;», ρωτάει η μικρή Ελιζαμπέτ. «Παππού, γιατί όλα τα τραγούδια στο ραδιόφωνο μιλάνε πάντα για την αγάπη; Γιατί δεν μιλάνε για άλλα πράματα όπως ο θάνατος, η θάλασσα, η εξουσία, ή η γεωλογία;»
Είναι δύσκολο να ξεφύγεις από την αγάπη: Βρίσκεται στα κινούμενα σχέδια, στα παραμύθια, στις ταινίες, στα μπαρ, στα περιοδικά, στα μυθιστορήματα, στα νέα, στους ίδιους τους φίλους και τις φίλες μας… Η κουλτούρα μας εξιδανικεύει την Αγάπη. Και η ίδια μας η κοινωνία δημιουργεί και προστάζει την αγάπη και την αποκλειστικότητα, δηλαδή το πρότυπο του εσωστρεφούς, παντρεμένου ζευγαριού. Ο φόβος του να μείνουμε μόνοι και μόνες, κάνει επιθυμητή τη συναισθηματική ιδιοκτησία και όλα της τα παράγωγα. Ενθαρρύνεται η κτητικότητα, η ζήλια και η εξάρτηση. Αυτός ο φόβος πηγάζει από τον ίδιο τον πολιτισμό και η αναγκαιότητα της αγάπης που γεννά δεν είναι παρά ένα παράγωγό του.

ο έρωτας ως εμπόρευμα
Όπου υπάρχει ζήτηση, δημιουργείται μια αγορά και παράγονται νέα εμπορεύματα. Ο καπιταλισμός έρχεται να πουλήσει και να συσκευάσει την Αγάπη και έπειτα να την διοχετεύσει στις αγορές. «Εάν θέλετε λίγο έρωτα, ορίστε: πορνογραφία, πορνεία, ψυχοθεραπείες, φουσκωτές κούκλες…»
Μπορούμε να αγοράσουμε την Αγάπη αν έχουμε λίγα χρήματα, για να τα έχουμε όμως οφείλουμε να δουλεύουμε, να δανείζουμε τις εαυτές μας στη μισθωτή εκμετάλλευση. 

από την εξάρτηση στην συναισθηματική αυτονομία
Ενάντια σε όλα αυτά, οι γάλλοι σύντροφοι προτάσσουν ελευθεριακές σχέσεις δίχως εξαρτήσεις, δίχως κυριαρχίες, ισότιμες και αυτόνομες. «Να απομυθοποιήσουμε τον Άλλον, να απομυθοποιήσουμε τη σεξουαλικότητα… Να δούμε ότι η άλλη δεν είναι τέλεια, όπως όλος ο κόσμος. Να σκεφτόμαστε πως ο άλλος δε μας ανήκει. Να σκεφτόμαστε και άλλους ανθρώπους που αγαπάμε. Να σκεφτόμαστε και άλλες απολαύσεις που αισθανθήκαμε με άλλα μέσα. Οι σκέψεις μου και τα συναισθήματα μου είναι αυτόνομα και δεν εξαρτώνται από τον άλλον».


Ε

Ένας διάλογος ανάμεσα σε ένα στομάχι και ένα μυαλό

Εισαγωγή


Ανοίγει η αυλαία: ένα στομάχι κι ένα μυαλό βρίσκονται στη σκηνή. Είναι ενωμένα με τον ομφάλιο λώρο που σέρνεται άχαρα στο πάτωμα ανάμεσά τους. Στον τοίχο η φωτογραφία μιας κοπέλας που ακούει στο όνομα E.

ΜΥΑΛΟ: Αυτή την περίοδο ανακαλύπτω ένα σωρό ωραία πράγματα, γραπτά, συζητήσεις, συναντήσεις και συνελεύσεις. Ανακαλύπτω τον αναρχισμό, το φεμινισμό. Αρχίζω να καταλαβαίνω τι συμβαίνει κάθε στιγμή της καθημερινότητάς μας, τα πράγματα που μας διαμορφώνουν, τους τρόπους που συμμετέχουμε στο υπάρχον σύστημα.

ΣΤΟΜΑΧΙ: Κι εγώ ξεκινάω να ανακαλύπτω πράγματα. Αυτή την κοπέλα, την Ε, την αγαπώ. Κι αυτή μας αγαπάει. Είναι κάτι τέλειο, καινούριο. Είναι απίστευτα όμορφο!

ΜΥΑΛΟ: Μια αμοιβαία στιγμιαία έλξη.

ΣΤΟΜΑΧΙ: Ναι! Είναι ο έεερωτας!

ΜΥΑΛΟ: Ακούγεται ενδιαφέρον. Κάθισε και μίλησε μου για αυτό.
(Βγάζει ένα σημειωματάριο και αρχίζει να γράφει)

ΣΤΟΜΑΧΙ: Λοιπόν, αισθάνομαι πολύ παράξενα, λίγο μπλε αλλά και λίγο κόκκινο, πότε σφιγμένο και πότε ευχαριστημένο, εύθραυστο και ταυτόχρονα πανίσχυρο.

ΜΥΑΛΟ: Μα, πιο πολύ μπλε ή πιο πολύ κόκκινο; Πιο ήρεμο ή πιο νευρικό;

ΣΤΟΜΑΧΙ: Πότε έτσι, πότε αλλιώς, πότε το ένα, μετά το άλλο ή το ένα χωρίς το άλλο, καμιά φορά και τα δύο ταυτόχρονα.

ΜΥΑΛΟ: Πότε; Τι; Πού;

ΣΤΟΜΑΧΙ: Μμμ… περίμενε. Προχθές , για παράδειγμα, αφού περάσαμε 3 λεπτά μαζί κουβεντιάζοντας, κάτι σφίχτηκε εδώ, στο στομάχι.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Πρωτοχρονιάτικο

Σαράντα σβέρκοι βωδινοὶ μὲ λαδωμένες μποῦκλες
σκεμπέδες, σταβροθόλωτοι καὶ βρώμιες ποδαροῦκλες
ξετσίπωτοι, ἀκαμάτηδες, τσιμπούρια καὶ κορέοι
ντυμένοι στὰ μαλάματα κ᾿ ἐπίσημοι κι ὡραῖοι.

Σαράντα λύκοι μὲ προβιὰ (γι᾿ αὐτοὺς χτυπᾷ ἡ καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι ἀπὲ ρεβάμενοι βαθιὰ ξαπλώσανε στὸ τζάκι,
κι ἀβάσταγες ἐνιώσανε φαγοῦρες στὸ μπατζάκι.

Ὄξ᾿ ὁ κοσμάκης φώναζε: «Πεινᾶμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι καὶ γερόντισσες, παιδάκια καὶ μητέρες
κ᾿ οἱ τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν σφιχτοὶ νοικοκυρέοι
ἀνοῖξαν τὰ παράθυρα καὶ κράξαν: «Εἶστε ἀθέοι».


Κώστας Βάρναλης

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Μακριά ροδίζει η ανατολή

Το ξέρατε -μέρα που είναι- ότι τα πιο πρόσφατα δημιουργηθέντα κάλαντα είναι αυτά που σκάρωσε η χορωδία των γυναικείων φυλακών Αβέρωφ την περίοδο που ακολούθησε τον εμφύλιο πόλεμο;

Πατώντας πάνω στην «πανελλήνια» μελωδική οδό των καλάντων (με ιδιαίτερη όμως κι εκεί υλοποίηση) αλλά έχοντας ξεχωριστούς, πρωτοφανέρωτους στίχους, οι γυναίκες της χορωδίας πανηγυρίζουν συγκινητικά μέσα από τα κάγκελα, «μαζί με τη φύση», το νέο χρόνο που έρχεται και διαδηλώνουν με αξιοπρέπεια και περηφάνια το άσβεστο πάθος τους για λευτεριά και ειρήνη.

Γι αυτό μας φαίνονται μάλλον, πολλές φορές, ως τα πιο ωραία, γραμμένα και τραγουδισμένα κάλαντα μέσα από τις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ το 1948, από αριστερές, αντάρτισσες, πολιτικές κρατούμενες. Γιατί με αυτή την ελπίδα που πλημμυρίζουν, η οποία συνυπάρχει με την δυσκολία του παρόντος, ταιριάζουν τόσο μα τόσο και με τη δικιά μας εποχή…



Μακριά ροδίζει η ανατολή
κάθε κλωνί κι ένα πουλί
πανηγυρίζει η φύση
το νιο χρόνο που θα αρχίσει.

Με της καμπάνας τη βουή 
χαράζει μέρα γιορτινή
η αρχή του νέου χρόνου 
και το τέλος κάθε πόνου.

Ερείπια και μνήματα
στέλνουν χαράς μηνύματα
πως θα σωθεί το δάκρυ
μες στην πλάση απ” άκρη σ” άκρη.

Γιορτάζουμε στη φυλακή
με έναν πόνο μιαν ευχή
χαρά παντού να ανθίσει
της ειρήνης ο ύμνος να αντηχήσει.

Ευχόμαστε στην καθεμιά
με την καινούρια την χρονιά
στο σπίτι να γυρίσει 
και χαράς ζωή να αρχίσει.

Με την καινούρια την χρονιά
παντού ειρήνη και χαρά
τραγούδι να αντηχήσει
σε ανατολή και δύση.


Ολόκληρο το αφιέρωμα στο Περιοδικό