Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Λαχταρώ

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ” αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ” αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ” αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ” ήξερα μια ζωή.
Και ν' ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ” αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου
 Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις, Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν' αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ' το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν' αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ' αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ' αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα, Και να μη σ' αφήνω να σηκωθείς απ' το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδεια χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ' ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναληπτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Σάρα Κέην


Γεννημένη στην Αγγλία το 1971, με έντονη θεατρική δραστηριότητα, ακραία κι ολιγόχρονη, η οποία τερματίστηκε από τον εκούσιο θάνατό της το Φεβρουάριο του 1999. Η ίδια προτιμούσε να μιλάει για βιωματικό θέατρο, είχε πει ότι προτιμά «να ριψοκινδυνέψει τις πιο βίαιες αντιδράσεις κι άμυνες εκ μέρους των θεατών παρά να ανήκει σε μια κοινωνία που έχει αυτοκτονήσει». Το έργο της πολεμήθηκε πολύ από τους σύγχρονούς της κριτικούς και προκάλεσε πικρόχολες αντιδράσεις. Προκάλεσε σε αρκετές περιπτώσεις την οργή και την οξύτατη κριτική πολλών που τη χαρακτήρισαν ως μια εξπρεσιονιστική γλωσσού χωρίς ίχνος θεατρικότητας.
Μαζί με άλλους, συμπατριώτες της κυρίως, ομότεχνους άνοιξε το δρόμο για μια νέα δραματουργική έκφραση εισάγοντας το λεγόμενο «Στα Μούτρα Θέατρο» στα πλαίσια της λογικής «τρίβω-στα-μούτρα-σας-τον-κόσμο-που-μου-κληροδοτήσατε». Στον απόηχο αυτής της κατάστασης, μόλις στα 28 της χρόνια έθεσε τέλος στη ζωή της, όταν βρέθηκε κρεμασμένη στην ψυχιατρική κλινική όπου νοσηλευόταν μετά την πρώτη αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας της. Όμως, η ίδια μας απαλλάσσει από τη σκέψη που μόλις κάναμε όλοι: «Δεν έχω επιθυμία θανάτου κανείς αυτόχειρας ποτέ δεν είχε» αλλά «το κακόβουλο πνεύμα της ηθικής των πολλών δεν αφήνει και πολλά περιθώρια». Η Σάρα Κέιν από πολλούς χαρακτηρίζεται ως καταθλιπτική και σοκαριστική, όμως εκείνη δεν αποδέχεται αυτούς τους χαρακτηρισμούς για τον εαυτό της: ‘Δε θεωρώ τα έργα μου καταθλιπτικά, ούτε πιστεύω ότι τους λείπει η ελπίδα’.
«Δεν είναι ότι δεν ξέρουμε, αλλά ότι δε νιώθουμε.» Η βία κι η σκληρότητα που βρίσκονται στα έργα της Κέιν συναντώνται και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα αυτού του κόσμου. Η αγάπη είναι λύση, σανίδα σωτηρίας. Μέσα από τα κείμενά της φαίνεται ένας άνθρωπος που μπορεί να αγαπήσει, που είναι ικανός να νιώσει. Να νιώσει στο πετσί του τον πόνο και να κραυγάσει στην ύστατη προσπάθεια να τον νικήσει. Να νιώσει την αδιαφορία και να θελήσει να τη διαπεράσει. Κανείς δεν μπορεί να πληγεί τόσο βαθιά εάν δεν διαθέτει ο ίδιος μεγάλο βάθος. Ποιος είναι τελικά ο άρρωστος και ποιος ο υγιής; Πού σταματά η πραγματική αγωνία και πού αρχίζει η αναπαράσταση της;

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Τα τραγούδια των ανθρώπων

Τα τραγούδια των ανθρώπων
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους
πιο βαριά από ελπίδα
πιο λυπημένα
πιο διαρκή.

Πιότερο απ' τους ανθρώπους
τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια
μου 'τυχε ν' απιστήσω κάποτε
στην πολυαγαπημένη μου,
όμως ποτέ μου στο τραγούδι
που τραγούδησα για αυτήν
ούτε ποτέ και τα τραγούδια
μ' απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ'αυτόν τον κόσμο τίποτα
απ' όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ' όσες χώρες γνώρισα
απ' όσα μπόρεσα να αγγίξω
και να νιώσω
τίποτα, τίποτα
δε μ' έκανε έτσι ευτυχισμένον
όσο τα τραγούδια...

Ναζίμ Χικμέτ
απόδοση Γιάννης Ρίτσος


Ο Ναζίμ Χικμέτ (20/11/1901 - 3/6/1963) ήταν Τούρκος ποιητής και δραματουργός, τα έργα του οποίου μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας. Πέθανε στη Μόσχα από καρδιακή προσβολή.
Αν και τα πρώτα του ποιήματα γράφτηκαν με συλλαβικό μέτρο, ο Χικμέτ σταδιακά απομακρύνθηκε από τα στενά πλαίσια του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας και άρχισε να αναζητεί νέα μορφή για τα ποιήματά του. Κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων διαμονής του στη Σοβιετική Ένωση (1922-1925), η αναζήτηση αυτή έφτασε στο αποκορύφωμά της. Προτίμησε τον ελεύθερο στίχο, ο οποίος ταίριαζε και με την πλούσια φωνολογία της τουρκικής γλώσσας. Επηρεάστηκε κυρίως από το Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από το γνωστό Τούρκο συνθέτη Ζουλφού Λιβανελί, ενώ αρκετά μελοποιήθηκαν και από το συνθέτη Μάνο Λοΐζο και τον Θάνο Μικρούτσικο. Με υπουργικό διάταγμα ο ποιητής ανέκτησε, μετά θάνατον, την τουρκική υπηκοότητα που του αφαιρέθηκε το 1951 εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων.

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Ο Τρελός

Με ρώτησες πώς έγινα τρελός.

Να πώς:

Μιαν αυγή,

καιρό πολύ πριν γεννηθούνε άμετροι θεοί,

ξύπνησα από ένα λήθαργο

κι είδα πως μου είχαν κλέψει όλες τις μάσκες μου -

τις εφτά μάσκες που είχα δημιουργήσει

κι είχα φορέσει σ’ εφτά ζωές.

΄Ετρεξα τότε ακάλυπτος στους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους φωνάζοντας:

“Κλέφτες, κλέφτες, καταραμένοι κλέφτες!”

Πολλοί άντρες και γυναίκες με περιγέλασαν,

κι άλλοι έτρεξαν φοβισμένοι στα σπίτια τους.

Σαν έφτασα στην αγορά,

ένας νέος πάνω από μια στέγη φώναξε:

“Είναι τρελός!”.

Σήκωσα το κεφάλι για να τον δω.

Τότε,

για πρώτη φορά,

ο ήλιος φίλησε το γυμνό πρόσωπό μου

και η ψυχή μου γέμισε αγάπη για τον ήλιο,

κι απ΄τη στιγμή εκείνη δεν ήθελα πια τις μάσκες μου.

Και εκστασιασμένος φώναξα:

” Ευλογημένοι,

ευλογημένοι εκείνοι που έκλεψαν τις μάσκες μου!”

Έτσι έγινα τρελός.

Και μέσα στην τρέλα μου βρήκα και τα δυο:

λευτεριά και σιγουριά.

Τη λευτεριά της μοναξιάς

και τη σιγουριά πως δεν με καταλαβαίνουν.

Γιατί αυτοί που μας καταλαβαίνουν

κάτι υποδουλώνουν μέσα μας…

Αλλά, ας μην είμαι και τόσο περήφανος για τη σιγουριά μου.

Κι ένας κλέφτης ακόμα,

όταν είναι φυλακισμένος,

είναι προφυλαγμένος από έναν άλλον κλέφτη.


Halil Gibran

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Διάλογος στο κομμωτήριο

Ήδη από τη δεκαετία του 1930, ο γνωστός ψυχαναλυτής Wilhelm Reich είχε αντιληφθεί την ανάγκη απλοποίησης βασικών ιδεών της οικονομικής ανάλυσης του Μαρξ, ώστε αυτές να γίνουν προσιτές στον καθένα, με τον ίδιο τρόπο που ο Errico Malatesta παρουσίασε την αναρχική του σκέψη μέσα απ’ το έργο Στο Καφενείο, Συζητήσεις για τον Αναρχισμό. Ο παρακάτω διάλογος, μεταξύ ενός βοηθού κομμωτή κι ενός πελάτη, δημοσιεύτηκε το 1935 με το ψευδώνυμο Ernst Parell για το Zeitschrift für politische Psychologie und Sexualökonomie (vol.2, no.1) όσο ήταν εξόριστος στη Δανία. Μέσα από το διάλογο, ο βοηθός αναπτύσσει, δίχως να του το διδάξει κανείς και μόνο με τις βοηθητικές ερωτήσεις του πελάτη, βασικές σκέψεις του Μαρξ, όπως η θεωρία της υπεραξίας.

Βοηθός: Χτένισμα ή κούρεμα;

Πελάτης: Koύρεμα, αλλά τετράγωνο παρακαλώ, όχι στρογγυλό.

(παύση)

Βοηθός: Πώς βλέπετε την εποχή μας;

Πελάτης: Χάλια. Που θα πάει όλο αυτο;

Βοηθός: Οι χούλιγκαν θα κόψουν ο ένας το λαιμό του άλλου κι εμείς θα υποστούμε τα χειρότερα, όποιος κι αν νικήσει, είτε οι Κομμουνιστές, είτε οι Ναζί. Είναι το ίδιο πράγμα.

Πελάτης: Ίσως έχετε δίκιο. Δεν ξέρω από πολιτική.

Βοηθός: Είμαι χαρούμενος που έχω μια δουλειά και τα βγάζω πέρα. Όσο για τα υπόλοιπα, το μόνο που θέλω είναι να ζήσω μια ήρεμη ζωή.

Πελάτης: Μπορώ να ρωτήσω πόσα χρήματα βγάζετε απ’ αυτή τη δουλειά;

Βοηθός: 100 μάρκα το μήνα.

Πελάτης: Τα βγάζετε πέρα με αυτά;

Βοηθός: Οριακά. Θα ήθελα να παντρευτώ, αλλά θα πάρει καιρό μέχρι εγώ και η μνηστή μου να βάλουμε στην άκρη αρκετά ώστε να νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα. Δουλεύω εδώ και δέκα χρόνια σ’ αυτό το μαγαζί αλλά ακόμη δεν έχω μαζέψει αρκετά.

Πελάτης: Το αφεντικό πώς είναι;

Βοηθός: Είναι καλός άνθρωπος. Μερικές φορές είναι λιγάκι κακόκεφος, αλλά εγώ τα πάω καλά μαζί του.

Πελάτης: Πόσους πελάτες εξυπηρετείτε κάθε μέρα;

Βοηθός: Δέκα με δεκαπέντε. Το Σάββατο είναι περισσότεροι.

Πελάτης: Οπότε αυτό σημαίνει πως 15 πελάτες πληρώνουν συνολικά 15 μάρκα στην επιχείρηση. Εσείς όμως παίρνετε μόνο 3.50 κάθε μέρα. Τι γίνεται με τα υπόλοιπα;

Βοηθός: Δε λάβατε υπόψη τα έξοδα της επιχείρησης. Ρεύμα, τηλέφωνο, ασφάλεια, εξοπλισμός, ενοίκιο, είναι αρκετά έξοδα.

Πελάτης: Θα μ’ ενδιέφερε να μάθω πόσα.

Βοηθός: (σκέφτεται για λίγο) Υποθέτω πως είναι τουλάχιστον 3 [1] μάρκα.

Πελάτης: Οκ, αλλά απ’ τους υπολογισμούς μας λείπουν ακόμη 9-10 μάρκα.

Βοηθος: Ναι, αλλά η επιχείρηση πρέπει να βγάλει πλεόνασμα, αφού το αφεντικό παίρνει μεγάλο ρίσκο. Για παράδειγμα, κάποιες μέρες έχουμε λιγότερους πελάτες ή κακές στιγμές.

Πελάτης: Αυτό σημαίνει πως παίρνετε περισσότερα όταν η επιχειρήση πηγαίνει πολύ καλύτερα;

Βοηθός: Οχι, γιατί θα έπρεπε; Παίρνω σταθερό μισθό.

Πελάτης: Δε μπορώ να καταλάβω. Όταν δουλεύετε περισσότερο, δεν πληρώνεστε περισσότερο; Σας κρατά χρήματα για τις κακές εποχές αλλά δεν σας δίνει τα ανάλογα στις καλές;

Βοηθός: Έχετε απόλυτο δίκιο.

Πελάτης: Αν καταλαβαίνω καλά, παράγετε, αφού βγάλουμε όλα τα έξοδα, από 10 έως 12 μάρκα περίπου τη μέρα κι εσείς παίρνετε 3 με 3,5 μάρκα. Και αν οι καιροί γίνουν σταθερά κακοί για την επιχείρηση, θα σας απολύσει, και στην περίπτωση αυτή το απόθεμα δεν θα έχει καμία χρησιμότητα για εσάς. Οπότε, πώς χρησιμοποιεί στην πραγματικότητα αυτά τα χρήματα;

Βοηθός: Να, για παράδειγμα το αφεντικό πρέπει να πάρει σύγχρονα μηχανήματα. Αυτή τη στιγμή αντικαθιστούμε τα ψαλίδια χειρός με ηλεκτρικά για παράδειγμα.

Πελάτης: Και τι σημαίνει αυτό;

Βοηθός: (έκπληκτος) Τι, δεν το καταλαβαίνετε; Eίναι πολύ απλό.Τώρα μπορώ να εξυπηρετήσω 10 πελάτες σε μια μέρα, ενώ μετά θα έχω τη δυνατότητα να εξυπηρετήσω 20, αφού το κούρεμα θα είναι πιο γρήγορο.

Πελάτης: Και κάθε ένας απ’ αυτούς τους 20 θα πληρωνει ένα μάρκο, όπως πριν. Κι εσείς, πόσα θα παίρνετε τότε;

Βοηθός (ακόμη πιο έκπληκτος): Φυσιολογικά, θα συνεχίσω να παίρνω τα 100 μου μάρκα.

Πελάτης: Συγχωρήστε με που γίνομαι αδιάκριτος, είμαι λίγο μπερδεμένος και μάλλον έκπληκτος. Με τα καινούργια βελτιωμένα μηχανήματα θα κερδίζετε 20 μάρκα γι’ αυτόν, αλλά εσείς θα συνεχίσετε να παίρνετε 3.50. Αυτό σημαίνει ότι το πλέονασμα από 8 μάρκα θα γίνει περίπου 13; Που πηγαίνουν αυτά τα λεφτά;

Βοηθός: (ξύνει το κεφάλι του) Βασικά, έχετε δίκιο. Είναι μια καλή ερώτηση αλλά, ξέρετε, κουράζομαι τόσο πολυ στη δουλειά και δεν έχω αρκετή ενέργεια ώστε να σκεφτώ. Είμαι χαρούμενος αν μπορώ να ξεκουράζομαι λίγο και να κρατάω τη δουλειά μου. Ξέρετε, την επόμενη εβδομάδα δύο απ’ τους πέντε συναδέλφους μου απολύονται και πρέπει να διασφαλίσω πως δεν θ΄απολυθώ κι εγώ.

Πελάτης: Θα πρέπει να είναι αρκετά άσχημο να στέκεσαι 10 ώρες σε μια μέρα στο μαγαζί. Με τις άδειες τι γίνεται;

Βοηθός: Α, ναι. Παίρνω ένα δεκαπενθήμερο κάθε χρόνο, αλλά καθώς παίρνουν κι άλλοι άδειες, εγώ τότε πρέπει να δουλέψω περισσότερο. Και τώρα το αφεντικό φεύγει για δύο μήνες.

Πελάτης: Που βρίσκει τα λεφτά ώστε να λείψει για τόσο πολύ;

Bοηθός: Έχει μία βίλα στο Dahlen.

Πελάτης: Μπα! Πώς κι έτσι;

Βοηθός: Μα είναι ιδιοκτήτης αυτής της επιχείρησης εδώ και 30 χρόνια.

Πελάτης: Α, ώστε έτσι. Εργάζεται;

Βοηθός: Α, όχι, μόνο μερικές φορές απλώς βοηθάει. Αλλά είναι μια επιτυχημένη επιχείρηση.

Πελάτης: Κοιτάξτε, δεν καταλαβαίνω τίποτε γι’ αυτά τα πράγματα αλλά μου φαίνεται πως αυτή η βίλα και οι καλοκαιρινές του διακοπές πληρώνονται απ’ τα 8 ή τα 13 μάρκα που κερδίζετε για το «πλέονασμα της επιχείρησης».

Βοηθός: Ω, δε νομίζω. Αλλά ίσως έχετε δίκιο, είναι περίεργο. Θα ήθελα να συζητήσω κάποια στιγμή μαζί σας. Ισως τελικά το συμπέρασμα σας να είναι λογικό.

Σημείωση
[1] Στο πρωτότυπο κείμενο, αναφέρεται το ποσό των 8 μάρκων σε αυτό το σημείο, πιθανότατα λόγω τυπογραφικού λάθους.

Μετάφραση κειμένου του Wilhelm Reich από eagainst.com/μεταφραστική ομάδα

Πηγή αγγλικής μετάφρασης του κειμένου του Wilhelm Reich, theoryandpractice.org.uk


Wilhelm Reich, 1935

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

η αγάπη

η αγάπη
μοιάζει με δυο ποτήρια σε στιγμή ενθουσιασμού
ντιγκ
λάμψη
θρύψαλα

Οδυσσέας Ελύτης

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Μαθαίνεις

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις

Χόρχε Λούις Μπόρχες

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Κόκκινος, μαύρος και ανήξερος

ΤΕΡΑΣ

Μοναδικό ανάμεσα στα πλάσματα γνωρίζουμε ότι περνάμε από την γέννηση
στον θάνατο
Και θέλουμε να διδάξουμε κάθε νέο μυαλό να είναι διαυγές όσο ένας κρυστάλλινος ωκεανός στον οποίο να βλέπουμε ίσαμε τον πυθμένα και από ακτή σε ακτή

Μιλάμε για τα παιδιά μας πριν αυτά γεννηθούν
Τα κουβαλάμε πριν καν τα κρατήσουμε
Διπλώνουμε τα ρούχα και στρώνουμε το κρεβάτι τους προτού καν ξυπνήσουν
Σπέρνουμε και θερίζουμε και εμπορευόμαστε το φαγητό τους πριν καν φάνε
Για αυτά χτίζουμε δρόμους προτού καν περπατήσουν
Και τα προστατεύουμε από την αρρώστια προτού καν πάρουν
ανάσα
Για τρείς εποχές μεγαλώνουν στην κοιλιά ενώ ο κόσμος
μπορεί να γεράσει δέκα χιλιάδες χρόνια
Σαν γεννηθούν τα χέρια μηχανικών οικονόμων κτιστών πιλότων σχεδιαστών διαχειριστών οδηγών κηπουρών
ενώνονται για να τα υποδεχτούν
Ποτέ ξενιτεμένος ήρωας δεν έγινε πιο καλοδεχούμενος από πατρίδα
Ποτέ πρόεδρος δεν ανέλαβε γραφείο με μεγαλύτερη επισημότητα
Ποτέ νικητής δεν βρήκε υποδοχή με τόση χαρά
Δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζει που στο παρελθόν τα παιδιά θεωρούσαν
ότι τον κόσμο τον πρόσεχαν θεοί

Όμως τώρα τα σκοτώνουμε.

ΜΗΤΕΡΑ.

Στο παρελθόν βρέθηκαν επιζώντες να πουν ότι ξαφνικά ο
κόσμος έγινε μέρος παιχνιδιών
Μια πελώρια κόκκινη μπάλα φούσκωσε στον ουρανό
Σπίτια τραντάχτηκαν όπως τρέμουν τα κουκλόσπιτα όταν τα μετακινούν
παιδιά
Μικρά πράγματα έγιναν μεγάλα και μεγάλα πράγματα εξαφανίστηκαν
Πολλοί ανέφεραν ότι το σύννεφο έλαμπε σαν πυρά
Και ότι οι τραυματίες παραμιλούσαν στις περίεργες γλώσσες
που χρησιμοποιούν τα παιδιά όταν παριστάνουν τους ξένους

Δεν είδα ούτε άκουσα αυτά τα πράγματα
Καθόμουν μόνη στο δωμάτιό μου
Εκείνο το πρωί το παιδί κουνήθηκε στην κοιλία μου σα να
ήθελε να το βάλει στα πόδια μακριά από τον κόσμο
Μέσα από τα τοιχώματα της κοιλιάς είχε νιώσει τον φόβο του κόσμου
Το κεφάλι μου λοιπόν ήταν γερμένο καθώς άκουγα
Ήμουν τόσο προσηλωμένη που δεν άκουσα τις εκρήξεις και χωρίς να γνωρίζω πέρασα στον θάνατο
Oι σπασμοί του κορμιού μου πλάκωσαν το παιδί
Η σάρκα μου έσκασε και τον πέταξε στον φούρνο
του φλεγόμενου σπιτιού μου

ΤΕΡΑΣ
Όταν οι πύραυλοι κατέστρεψαν τον κόσμο
τα πάντα σφύριξαν
Όλες οι σκληρές επιφάνειες και οι σκληρές γωνίες σφύριξαν
Στόμια από φαρμακευτικά μπουκάλια και μπουκάλια ουίσκι

Μαρκίζες δικαστηρίων και κτήρια γραφείων
Ρωγμές σε βράχους
Σφύριξαν με απαξία
Καθώς τα λάστιχα σταμάτησαν να στριγκλίζουν οι άνεμοι σφύριξαν στα
σπασμένα παράθυρα
Πόρτες και αναπηρικά καροτσάκια – κάποια άδεια, άλλα κουβαλώντας
αρρώστους και σακατεμένους – σφύριξαν καθώς πέταξαν ψηλά πάνω από τις μεγάλες πεδιάδες
Τα βουνά σφύριξαν
Οι τελευταίες ανάσες σφύριξαν μέσα από νεκρά στόματα
Και καθώς οι σάρκες καίγονταν στα πρόσωπα τα κρανία σφύριξαν
Επιφάνειες πολύ μαλακές για να σφυρίξουν πήραν φωτιά και οι φωτιές σφύριξαν
Η καρδιά αναπήδησε σαν πουλί στο φλεγόμενο κλουβί του και τα
πλευρά σφύριξαν
Η γη σφύριξε με απαξία
Με την απόλυτη απαξία προς τον δημιουργό της πλάσης
Με απαξία στην απαξία
Που έπνιξε τους ήχους από τις εκρήξεις και τις τελευταίες
κραυγές των αφεντάδων του κόσμου
Ολόκληρος ο κόσμος σφύριξε με απαξία προς τον δημιουργό
της πλάσης

ΜΗΤΕΡΑ. Αυτό είναι το παιδί που η μήτρα μου πέταξε στην φωτιά

ΤΕΡΑΣ. Τώρα θα σας δείξουμε σκηνές από την ζωή που δεν
έζησα
Αν ό,τι δείτε μοιάζει τέτοιο που τα ανθρώπινα πλάσματα δεν θα
επέτρεπαν να συμβεί δεν έχετε διαβάσει την ιστορία
του καιρού σας[...]

Edward Bond, The Warplays: Part I, Red Black and Ignorant

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Τείχη

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Κωνσταντίνος Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

I am troubled

I am troubled
Immeasurably
By your eyes

I am struck
By the feather
of your soft
Reply

The sound of glass
Speaks quick
Disdain

And conceals
What your eyes fight
To explain

Jim Morrison, Poems (1966-1971)

"Expose yourself to your deepest fear; 
after that, fear has no power, 
and the fear of freedom shrinks and vanishes.
You are free."(6/12/1943-3/7/1971)

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Πριν τους αλλάξει ο χρόνος

Λυπήθηκαν μεγάλως στον αποχωρισμό των.
Δεν τόθελαν αυτοί· ήταν η περιστάσεις.
Βιοτικές ανάγκες εκάμνανε τον ένα
να φύγει μακρυά — Νέα Υόρκη ή Καναδά.
Η αγάπη των βεβαίως δεν ήταν ίδια ως πριν·
είχεν ελαττωθεί η έλξις βαθμηδόν,
είχεν ελαττωθεί η έλξις της πολύ.
Όμως να χωρισθούν, δεν τόθελαν αυτοί.
Ήταν η περιστάσεις.— Ή μήπως καλλιτέχνις
εφάνηκεν η Τύχη χωρίζοντάς τους τώρα
πριν σβύσει το αίσθημά των, πριν τους αλλάξει ο Χρόνος·
ο ένας για τον άλλον θα είναι ως να μένει πάντα
των είκοσι τεσσάρων ετών τ’ ωραίο παιδί.



Κωνσταντίνος Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.


Κώστας Καρυωτάκης


(30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) [...] Κοινωνικός ποιητής ο Καρυωτάκης και συγχρόνως ποιητής της εσωτερικής προσωπικής περιπέτειας, ένωσε τις άκρες των δύο τάσεων, προκαλώντας την τρομερή ηλεκτρική κένωση στο σώμα της λογοτεχνίας μας. Υπήρξε ψυχρός ποιητής, χωρίς αναπτύξεις στην έκφραση, χωρίς μηρυκασμούς στην έμπνευση, συντάκτης του ισολογισμού: ουσία της ποίησης - κοινωνικοί όροι ύπαρξής της. Νομιμοποίησε συγχρόνως και το μόνο δυνατό γλωσσικό ιδίωμα στην νεοελληνική ποίηση, απορρίπτοντας όλον τον τεχνητό γλωσσικό εφιάλτη της εποχής. Ποιητές-ανακαινιστές της γλώσσας μπορούν να υπάρξουν μόνο σε έθνη που δεν έχουν απομακρυνθεί ακόμη πολύ από το βαρβαρικό (με την σωστή σημασία της λέξης) παρελθόν τους, σε έθνη δηλ. που η γλώσσα τους βρίσκεται σε ακμή και ανάπτυξη. Τα έθνη με πανάρχαιες, ερειπωμένες πια γλώσσες, έχουν χάσει το παιχνίδι στον τομέα αυτόν. Δεν υπάρχει άλλο γλωσσικό ιδίωμα για την ελληνική ποίηση, παρά η γλώσσα του πρόσφυγα, του μετανάστη, του εξόριστου, της διασποράς, η γλώσσα του έλληνα σε συνεχή κατάσταση ανάγκης. Από δω και η καταγωγή της ποπ-καθαρεύουσας των υπερρεαλιστών, άσχετα αν σήμερα κατάντησε να γίνει η γλώσσα της ανεκδοτολογικής ποίησης.[...]

Βύρων Λεοντάρης, Θέσεις για τον Καρυωτάκη

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Η θάλασσα

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.


Ντίνος Χριστιανόπουλος, 1962

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Το Σύνταγμα της Ηδονής

Μη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.

Όλοι οι νόμοι της ηθικής — κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι — είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας.

Μη αφήσεις καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξει. Μη πιστεύεις ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Το χρέος σου είναι να ενδίδεις, να ενδίδεις πάντοτε εις τας Επιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Το χρέος σου είναι να καταταχθείς πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας.Μη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Μη λέγεις, Τόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε διά να την κερδίσεις ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Ηδονή.

Μη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, διά να ακούσεις τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνει το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας.

Μη απατηθείς από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. Η υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Και επιτέλους όταν πέσεις εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάσει η κηδεία σου, αι Μορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι θεοί του Ολύμπου, και θα σε θάψουν εις το Κοιμητήριον του Ιδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.

Κωνσταντίνος Καβάφης, (1894-1897;)