Κυριακή 5 Μαΐου 2019

The Rain in the Pinewood

Be silent.
At the edge
of the woods I do not hear
the human words you say;
I hear new words
spoken by droplets and leaves
far away.
Listen.
It rains from the scattered clouds.
It rains on the briny, burned
tamarisk,
it rains on the pine trees
scaly and rough,
it rains on the divine
myrtle,
on the bright ginestra flowers
gathered together,
on the junipers full of
fragrant berries,
it rains on our sylvan faces,
it rains on our bare hands
on our light clothes,
on the fresh thoughts
that our soul, renewed,
liberates,
on the beautiful fable
that beguiled you yesterday,
that beguiles me today,
oh Hermione.
Can you hear?
The rain falls
on the solitary vegetation
with a crackling noise that lasts
and varies in the air
according to the thicker,
less thick foliage.
Listen.
With their singing, the cicadas
are answering this weeping,
this southern wind weeping
that does not frighten them,
and nor does the grey sky.
And the pine tree
has a sound, the myrtle
another one, the juniper
yet another, different
instruments
under countless fingers.
And we are immersed
in the sylvan spirit,
living the same
sylvan life;
and your inebriated face
is soft from the rain,
like a leaf,
and your hair is
is fragrant like the light
ginestra flowers,
oh terrestrial creature

Σάββατο 4 Μαΐου 2019

Κάτω από τον ουρανό

Μέσ᾿ τὸ δωμάτιο
μιὰ βροχὴ ἀπὸ κάτουρο
πετοῦν ἁγνὲς κοπέλες μὲ φτερὰ
ψοφίμια μὲ ρὸζ στὴν καρδιά τους οὐρανὸ
κι ἄνθρωποι μ᾿ οὐρανὸ γεμάτο σάπιο αἷμα
κρέμονται κι ἀνεμίζουν τ᾿ ἄσπρα πόδια τους
ἀπὸ τὰ μάτια τους βγαίνουνε μαχαίρια
τεράστιες μαῦρες ἀνεμῶνες φυτρώνουνε
στὸ στῆθος τους
καθὼς πετᾶνε σφάζουν κι ἀγκαλιάζονται
οἱ ἁγνὲς κοπέλες τὰ ψοφίμια οἱ σάπιοι
ἄνθρωποι
κάτω ἀπὸ ἕναν κατουρημένο οὐρανό

*
Δάσος παράξενο μαγεύει τὴ φωνή μου
κάθε μου λέξη μία σταγόνα αἷμα
ὅλο μου τὸ τραγούδι ἕνα δέντρο
ἀπὸ τὸ αἷμα ποτισμένο τῶν φονιάδων
χίλιοι φονιάδες χίλια ἄγρια δέντρα
δάσος παράξενο ποὺ μαγεύει τὴ φωνή μου


Μίλτος Σαχτούρης

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

Η φλόγα

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ποια είσαι; Υπάρχεις μέσα μου απ' την ώρα που γεννήθηκα. Όμως γεννήθηκα μονάχος μου. Κι εσύ μονάχη σου γεννήθηκες.

ΙΩΑΝΝΑ: Νιώθω πως γεννηθήκαμε μαζί διπλωμένοι ο ένας μέσα στον άλλο. Τώρα είμαι αλαφριά και χαίρομαι. Παράξενο. Κάθε φορά γινόταν έτσι.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Εγίνηκε πολλές φορές;

ΙΩΑΝΝΑ: Μη με ρωτάς. Κοίταξε τώρα χαίρομαι. Θα με πονέσεις;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Πατρίδα μου. Σε ξαναβρίσκω γιομάτη σπηλιές. Και πέτρες. Κι οράματα. Μάνα μου μαύρη στον ήλιο.

ΙΩΑΝΝΑ: Μίλα μου ακόμα. Σβήσε με τη φωνή σου εκείνα που έζησα διψώντας και γυρεύοντας ως σήμερα. Τα χέρια σου κυλάνε πάνω μου όπως ο αέρας στις κατηφοριές. Κοίτα είμαι καθαρή.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Είσαι η ίδια η φλόγα. Ποια είσαι;

ΙΩΑΝΝΑ: Η φλόγα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Καις πολύ;

ΙΩΑΝΝΑ: Φοβάσαι;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Το στόμα σου μοσκοβολάει όπως ο κίντυνος. Σ' αγγίζω αγρίμι σκοτεινό και τρέμω ολάκερος.

ΙΩΑΝΝΑ: Θα με πονέσεις;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Θα με κάψεις;

ΙΩΑΝΝΑ: Κράτα με σφιχτά γιατί κάτι μέθυσε μέσα μου και τρέχει χορεύοντας απ' το μυαλό ως τα πόδια.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Έλα να φύγουμε. Ο δρόμος άνοιξε και λάμπει σαν το χέρι του θεού.

ΙΩΑΝΝΑ: Φοβάμαι. Ποιος είσαι;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ποια είσαι;


Τάκης Σινόπουλος, "Το άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου" (1961)

Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Εκτός κινδύνου

Μια βδομάδα αφού είχε πεθάνει ο μπαμπάς
απότομα κατάλαβα
ότι η αγάπη του για ‘μένα ήτανε πλέον ασφαλής—τίποτα
δεν μπορούσε να τη βλάψει. Αυτούς τους τελευταίους μήνες,
το πρόσωπό του έλαμπε κάποιες φορές όταν
θα έμπαινα μες στο δωμάτιό του, και η γυναίκα του μου είχε πει
πως μια φορά, όταν μισοκοιμόταν, είχε
χαμογελάσει λέγοντας τ’ όνομά μου. Εκτιμούσε
το τσαγανό μου—όταν με είχαν δέσει στην καρέκλα, τότε,
έδεναν κάποιον που εκτιμούσε, και όταν
δεν μιλούσε για μέρες, ήμουν εγώ ένα απ’ τα πλάσματα
στα οποία δεν μιλούσε,
κάποιος με μια θέση στη ζωή του. Την τελευταία
εβδομάδα, το είχε πει κι όλας, μία φορά,
κατά λάθος. Μπήκα μες στο δωμάτιό του, κι είπα «Τι
κάνεις,» και απάντησε «κι εγώ σ’ αγαπώ»
Έκτοτε, είχα αυτές τις λέξεις
να χάσω. Μέχρι την τελευταία
στιγμή, θα μπορούσα ίσως να κάνω κάτι λάθος, να τον προσβάλω
και με ένα απ’ τα παλιά του στόματα της αηδίας ίσως να ξανα-
στράβωνε τη ζωή μου. Τότε δεν το ‘χα σκεφτεί,
τους βοηθούσα να τον περιθάλψουν,
σκουπίζοντας το πρόσωπό του και κοιτάζοντάς τον.
Μα έπειτα, λίγο αφού είχε πεθάνει,
σκέφτηκα ξαφνικά, σαστίζοντας, πως πλέον
πάντα του θα μ’ αγαπά, και γέλασα—πέθανε, πέθανε!


Σάρον Όλντς, από Queer poets in greek

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Είναι η ζωή σου

Η ζωή σου είναι η δική σου ζωή
μην την αφήσεις να τσακιστεί σε μια φτηνή υποταγή.
Να παραφυλάς.
Υπάρχουν τρόποι να ξεφύγεις.
Και κάπου υπάρχει και ένα φως.
Μπορεί να μην είναι πολύ δυνατό
αλλά διώχνει σκοτάδι.
Να παραφυλάς.
Οι θεοί θα σου προσφέρουν ευκαιρίες.
Να τις μάθεις.
Να τις αρπάξεις.
Να παραφυλάς.
Να θυμάσαι πως δεν μπορείς ποτέ να νικήσεις το θάνατο
μα καμιά φορά
μπορείς να νικήσεις το θάνατο της ζωής
Και όσο πιο συχνά το κάνεις
τόσο περισσότερο φως θα υπάρχει.
Η ζωή σου είναι η δική σου ζωή.
Κατάλαβέ το όσο την έχεις.
Είσαι υπέροχος.
Οι θεοί προσμένουν μεγάλη ευχαρίστηση
από σένα.


Charles Bukowski

Τρίτη 30 Απριλίου 2019

Η σκηνή

Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει
ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ
τοὺς τοίχους τοὺς εἶχαν στολίσει
μὲ λουλούδια
ἀπάνω στὸ κρεβάτι εἴχανε κόψει ἀπὸ χαρτὶ
δυὸ σώματα ἐρωτικὰ
στὸ πάτωμα τριγύριζαν φίδια
καὶ πεταλοῦδες
ἕνας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στὴ γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν τὸ δωμάτιο ἀπ᾿ ὅλες
τὶς πλευρὲς
δὲ θά ῾ταν φρόνιμο κανεὶς
νὰ τοὺς τραβήξει
ἕνας ἀπὸ τοὺς σπόγγους ἔσπρωχνε τὰ σώματα
στὸν ἔρωτα

Ἡ δυστυχία ἀπ᾿ ἔξω
ἔγδερνε τὶς πόρτες


Μίλτος Σαχτούρης, Με το πρόσωπο στον τοίχο

Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

Δεν ήθελα να είμαι

8
Δεν ήθελα να είμαι
παρά ο κέδρος μπροστά στο σπίτι σου
ένα κλαδί του κέδρου
ένα φύλλο του κλαδιού
μια σκιά του φύλλου
η δροσιά της σκιάς
που χαϊδεύει τον κρόταφό σου
για ένα δευτερόλεπτο 


Ιβάν Γκολ, Μαλαισιακά τραγούδια, μτφρ. Ε.Χ. Γονατάς

Κυριακή 28 Απριλίου 2019

Σταυρωμένος

Φώναξα στους ανθρώπους: "Θέλω να σταυρωθώ".
Και είπαν: "Γιατί να πέσει πάνω μας το αίμα σου;".
Κι απάντησα: " Πώς αλλιώς θα εξυψωθείτε παρά σταυρώνοντας τους τρελούς;"
Και μ' άκουσαν και με σταύρωσαν. Κι η σταύρωση με ησύχασε.
Και όταν κρεμάστηκα ανάμεσα στον ουρανό και στη γη, σήκωσαν τα κεφάλια τους για να με δουν. Κι εξυψωθηκαν• γιατί ποτέ πρωτύτερα δεν είχαν σηκωθεί τα κεφάλια τους.
Καθώς όμως στεκόντουσαν κοιτώντας με, ένας μίλησε και είπε: "Για ποιο λόγο ζητάς να τιμωρηθείς;"
Κι ένας άλλος φώναξε: "Για ποια αιτία θυσιάζεις τον εαυτό σου;"
Κι ένας τρίτος είπε: "Νομίζεις πώς με το τίμημα τούτο θ' αγοράσεις παγκόσμια δόξα;"
Κι είπε ένας τέταρτος: "Κοιτάξτε πώς χαμογελάει. Μπορεί να συγχωρεθεί τέτοιος πόνος;"
Κι απάντησα σ' όλους και είπα: "Να θυμάστε μόνο όταν χαμογέλασα. Δεν τιμωρούμαι -ούτε θυσιάζομαι- ούτε ζητώ δόξα και δεν έχω τίποτα να συγχωρήσω. Διψούσα -και σας ικέτευσα να μου δώσετε να πιω το αίμα μου. Γιατί τι άλλο μπορεί να σβήσει τη δίψα ενός τρελού, παρά το ίδιο του το αίμα;
Ήμουν βουβός και ζήτησα πληγές από σας για στόματα. Ήμουν φυλακισμένος μέσα στις μέρες και στις νύχτες σας -και ζήτησα μια πύλη για να περάσω σε μεγαλύτερες μέρες και νύχτες.
Και τώρα φεύγω -όπως έφυγαν άλλοι σταυρωμένοι πριν από μένα. Και μη νομίσετε ότι μας κουράζει ο σταυρός. Γιατί πρέπει να σταυρωνόμαστε απ' όλο και περισσότερους ανθρώπους, ανάμεσα σε μια μεγαλύτερη γη και σ' ένα μεγαλύτερο ουρανό.


Khalil Gibran, Ο τρελός

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Αχ, μόνο η φευγαλέα ματιά

«Αχ, μόνο η φευγαλέα ματιά
Μπορούσε να την κάνει να προσέξει
Με τέτοια κόλπα έγινα
Άντρας της γυναίκας μου»

«Μονάχα περαστική γλιστρώντας
Μπορούσα να τον κάνω ολόδικό μου
Έτσι σχεδόν απαρατήρητα έγινα
Γυναίκα του άντρα μου»

Αφήσαμε το χρόνο να κυλήσει
Μέχρι που ο καιρός μας χώρισε
Φορώντας κιόλας τα παλτά μας
Αγκαλιαστήκαμε ν' αποχαιρετιστούμε.


Μπέρτολτ Μπρεχτ, απόδ. Νάντια Βαλαβάνη

Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

Το χειρότερο απ’ όλα

Από τη μια πλευρά του αυτοκινητόδρομου, λόφοι ξεροί.
Από την άλλη, στο βάθος, ύδατα παλιρροιακά
εκβολές, κόλπος, λάρυγγας
ωκεανού. Δεν το ‘χα κάνει
λέξεις, ακόμα—εκείνο το χειρότερο απ’ όλα,
ωστόσο σκέφτηκα ότι μπορούσα να το πω, αν το ‘λεγα
λέξη προς λέξη. Ο φίλος μου οδηγούσε,
στο επίπεδο της θάλασσας, παράκτιοι λοφίσκοι, κοιλάδα,
πρόποδες, βουνά—η ανηφόρα, και των δυο,
προηγούμενών μας χρόνων. Και έλεγα
πως μου είναι πλέον αδιάφορος σχεδόν, ο πόνος,
εκείνο που με πείραζε ήταν—πες πως υπήρχε
o θεός—του έρωτα—και ότι είχα αφιερώσει—προοριζόμουνα
να αφιερώσω—τη ζωή μου—σε αυτό—και
είχα αποτύχει, ίσως μπορούσα να υποφέρω για αυτό μονάχα—
όμως, τι θα γινότανε, αν,
είχα βλάψει, την αγάπη; Κι έτσι όπως ούρλιαξα όλα αυτά,
επάνω στα γυαλιά μου λίμνασε το αλμυρό νερό, σχεδόν
γλυκό, και τότε, επειδή του έδωσα όνομα,
εκείνου του χειρότερου απ’ όλα—κι αφού του ‘δωσα όνομα,
το ήξερα πως δεν υπήρχε ο θεός του έρωτα, υπήρχαν μόνο
άνθρωποι. Κι ο φίλος μου πλησίασε,
εκεί που οι γροθιές μου μάγκωναν η μια την άλλη
και με το πίσω μέρος των χεριών του τις ακούμπησε, για ένα
δευτερόλεπτο, αδέξια, με εκείνη την ευγένεια
του μη έρωτα, αλλά με μία καλοσύνη σπιτική.

Σάρον Όλντς

Το είδα στο Queer poets in greek

Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

Ευρυδίκη

Ο άνθρωπος έχει ένα κορμί,
ένα και μοναδικό,
και η ψυχή βαρέθηκε πια
να στριμώχνεται σ' ένα περίβλημα
μ' αυτιά και μάτια σε μέγεθος πεντάρας,
και δέρμα, ζάρα τη ζάρα,
να συγκαλύπτει μια σκευή όλο κόκαλα.

[...]

Από τον κερατοειδή βγαίνει η ψυχή
και πετάει στο κοίλωμα τ' ουρανού,
σε μια παγερή ακτίνα τροχού,
μ' ένα σμήνος κυκλόδιωκτα πουλιά,
κι από το αμπαρωμένο παράθυρο
του ζωντανού κελιού της ακούει
τον τριγμό των δασών και των σιτιβολώνων,
το σάλπισμα των εφτά θαλασσών.

Η ασώματη ψυχή είν' αμαρτία
όπως κορμί χωρίς πουκάμισο-
χωρίς πρόθεση τίποτα δε γίνεται,
χωρίς έμπνευση,ούτε γραμμή.
Αίνιγμα δίχως λύση:
Ποιος επιστρέφει,
αφού χορέψει στην έρημη πίστα;


Κι εγώ ονειρεύομαι άλλη ψυχή,
ντυμένη μ' άλλα ρούχα
να φλέγεται, καθώς τρέχει
από την ατολμία προς την ελπίδα,
άυλη κι ανίσκιωτη
σαν φλόγα να ταξιδεύει πάνω στη γη,
και στο τραπέζι πίσω της αφήνει μια πασχαλιά
να τη θυμούνται.

[...]


Αρσένι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

Our Deepest Fear

Our deepest fear is not that we are inadequate
Our deepest fear is that we are powerful beyond measure.
It is our light, not our darkness
That most frightens us.

We ask ourselves
Who am I to be brilliant, gorgeous, talented, fabulous?
Actually, who are you not to be?
You are a child of God.

Your playing small
Does not serve the world.
There's nothing enlightened about shrinking
So that other people won't feel insecure around you.

We are all meant to shine,
As children do.
We were born to make manifest
The glory of God that is within us.

It's not just in some of us;
It's in everyone.

And as we let our own light shine,
We unconsciously give other people permission to do the same.
As we're liberated from our own fear,
Our presence automatically liberates others.


Marianne Williamson

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Είμαι το σκοτεινό αυλάκι

Είμαι το σκοτεινό αυλάκι
που η βάρκα σου χαράζει στο νερό

Είμαι η υπάκουη σκιά
που η φοινικιά σου ρίχνει στη ρίζα της

Είμαι η μικρή κραυγή
της πέρδικας
που τη βρήκαν τα βόλια σου


Ιβάν Γκολ, Μαλαισιακά τραγούδια