Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάκης Σινόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάκης Σινόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Το σώμα και το μηδέν

Του Γ. Στογιαννίδη


'Ονειρο διπλωμένο στ' όνειρο
η μέρα στάχτη η νύχτα τίποτα
η πέτρα που σκοντάφτεις και ξυπνάς
σιγά σιγά τα βήματα σε πάνε ως τα βουνά
φεγγάρι ασύγκριτο
περνώντας των δασών τα αινίγματα
τις αίθουσες των δέντρων.


Ναι μοναξιά
κι ένα κορμί
γεμάτο με ησυχία και μηδέν.


Τάκης Σινόπουλος, Αντίστιξη, 1957

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

Η φλόγα

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ποια είσαι; Υπάρχεις μέσα μου απ' την ώρα που γεννήθηκα. Όμως γεννήθηκα μονάχος μου. Κι εσύ μονάχη σου γεννήθηκες.

ΙΩΑΝΝΑ: Νιώθω πως γεννηθήκαμε μαζί διπλωμένοι ο ένας μέσα στον άλλο. Τώρα είμαι αλαφριά και χαίρομαι. Παράξενο. Κάθε φορά γινόταν έτσι.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Εγίνηκε πολλές φορές;

ΙΩΑΝΝΑ: Μη με ρωτάς. Κοίταξε τώρα χαίρομαι. Θα με πονέσεις;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Πατρίδα μου. Σε ξαναβρίσκω γιομάτη σπηλιές. Και πέτρες. Κι οράματα. Μάνα μου μαύρη στον ήλιο.

ΙΩΑΝΝΑ: Μίλα μου ακόμα. Σβήσε με τη φωνή σου εκείνα που έζησα διψώντας και γυρεύοντας ως σήμερα. Τα χέρια σου κυλάνε πάνω μου όπως ο αέρας στις κατηφοριές. Κοίτα είμαι καθαρή.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Είσαι η ίδια η φλόγα. Ποια είσαι;

ΙΩΑΝΝΑ: Η φλόγα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Καις πολύ;

ΙΩΑΝΝΑ: Φοβάσαι;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Το στόμα σου μοσκοβολάει όπως ο κίντυνος. Σ' αγγίζω αγρίμι σκοτεινό και τρέμω ολάκερος.

ΙΩΑΝΝΑ: Θα με πονέσεις;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Θα με κάψεις;

ΙΩΑΝΝΑ: Κράτα με σφιχτά γιατί κάτι μέθυσε μέσα μου και τρέχει χορεύοντας απ' το μυαλό ως τα πόδια.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Έλα να φύγουμε. Ο δρόμος άνοιξε και λάμπει σαν το χέρι του θεού.

ΙΩΑΝΝΑ: Φοβάμαι. Ποιος είσαι;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ποια είσαι;


Τάκης Σινόπουλος, "Το άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου" (1961)

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

Εσύ και το ποίημα

Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ’ αυτή την αίθουσα
τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι
Βασανίζεις τα καθίσματα
σα να βασανίζεις τον ένοχο
Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά
μα εσύ τα λευτερώνεις.
Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου
κι έρχεσαι εδώ.
Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.
Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.
Σου πλένω με τα δάκρυά μου
τα χέρια και τις μασχάλες.
Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.
Σου χαρίζω την πιο ζεστή μου φωνή για να ντυθείς.
Μα εσύ φεύγεις
όπως ήρθες
γυμνή
για να υπάρχει πάντα ένα Ποίημα
να λέει για σένα.


Τάκης Σινόπουλος, 1951-1964