Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Θερινό Ηλιοστάσι Β'

Β'
Ὅλοι βλέπουν ὁράματα
κανεὶς ὡστόσο δὲν τ᾿ ὁμολογεῖ·
πηγαίνουν καὶ θαρροῦν πὼς εἶναι μόνοι.
Τὸ μεγάλο τριαντάφυλλο
ἤτανε πάντα ἐδῶ
στὸ πλευρό σου βαθιὰ μέσα στὸν ὕπνο
δικό σου καὶ ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μονάχα τώρα ποὺ τὰ χείλια σου τ᾿ ἄγγιξαν
στ᾿ ἀπώτατα φύλλα
ἔνιωσες τὸ πυκνὸ βάρος τοῦ χορευτῆ
νὰ πέφτει στὸ ποτάμι τοῦ καιροῦ -
τὸ φοβερὸ παφλασμό.

Μὴ σπαταλᾷς τὴν πνοὴ ποὺ σοῦ χάρισε
τούτη ἡ ἀνάσα.


Γιώργος Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη

Ω ναι! Ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις

πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.

Υπάρχουν πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους,

μέσα στη βαθιά τους πολυθρόνα,

πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο τους πάπλωμα.


Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ΄ένα κουπάκι του καφέ, σ΄ένα κουταλάκι του γλυκού.


Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται.

Ας είναι γλυκός και ανόνειρος.

Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.


Αργύρης Χιόνης, ΙΑ', Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986



Ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα. Στα δεκατέσσερά του, άρχισε να γράφει ποιήματασε έμμετρο και ομοιοκατάληκτο στίχο, μιμούμενος τις μαντινάδες και τα αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο, που η Κρητικιά μητέρα του σιγοτραγουδούσε, ενώ έκανε τις δουλειές του σπιτιού. Την ίδια περίπου εποχή, μπήκε στη ζωή του το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο, η ποιητική ανθολογία των Ηρακλή και Ρένου Αποστολίδη. Έκτοτε, η ασθένεια της ποίησης εγκαταστάθηκε για τα καλά στον οργανισμό του και έγινε χρόνια.
Στα δεκαεφτά του υιοθετεί τον ελεύθερο στίχο και το 1966 εκδίδεται η πρώτη ποιητική του συλλογή, οι Απόπειρες φωτός.
Το 1967, λίγο μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, φεύγει στο εξωτερικό. Στις αρχές του 1968, ποιήματά του μεταφράζονται και δημοσιεύονται σε έγκυρα ολλανδικά λογοτεχνικά περιοδικά. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης και σπούδασε Ιταλική φιλολογία στο Άμστερνταμ. Από το 1982 μέχρι το 1992 εργάστηκε ως μεταφραστής στο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις Βρυξέλλες. Το 1992 εγκαταστάθηκε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας μέχρι και το θάνατό του τον Δεκέμβριο 2011. Ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Οι πικροί άνθρωποι

Οι όμορφοι άνθρωποι
Έχουν το βλέμμα τους λίγο χαμένο.
(Θα το έχετε προσέξει…)
Πηγαίνουν να σκλαβωθούν
Φορώντας πάντα τα καλά τους.

Βγαίνουν το βράδυ με παρέες
Και σιωπούν ή φλυαρούν πολύ.
(Δεν μπορεί να μη το ξέρετε…)

Αγοράζουν παχιές εφημερίδες
Και τις τελειώνουν τόσο γρήγορα.
Έχουν την τσαντίλα στην τσέπη
Τους έρωτες στα όνειρα
Τη «συγνώμη» στο μπροστά της γλώσσας.

Στο στήθος τους χοροπηδούνε άλογα
Τα πόδια τους τα χαϊδεύουν μαιμούδες
Τ’ αυτιά τους γίναν φωλιές για κουκουβάγιες.
Κάνουν τις εξομολογήσεις τους
Και τις ακούει το στομάχι τους.

Οι όμορφοι άνθρωποι
Είναι αξιοπρεπείς:
Ποτέ δεν παύουν να ζητούν.
Είναι πρόστυχοι:
Αναζητούν μάταια τα άκρα, που ξεφύγαν.

Οι όμορφοι άνθρωποι
Διψούν συνέχεια, στον ύπνο και τον ξύπνιο.
Σιχαίνονται τις εκδρομές.
Ξέρουν το μέρος τους όλο και πιο λίγο.
Το ψάχνουν συνεχώς, μέσα απ’ τις ίδιες διαδρομές.

Τους όμορφους ανθρώπους
Δεν τους ποθεί κανείς.
Τους αφήνουν άταφους σα φύγουν.
Κάποιοι μονάχα -το ίδιο τρελοί-

Μυστικά

Τους λατρεύουν.


Νίκος Κυριακίδης


Ο Νίκος Κυριακίδης γεννήθηκε το 1960 πίσω απ’ τα προσφυγικά του Αϊ-Σώστη. Είναι μαθηματικός. Πρωτοεμφανίστηκε στο διαδίκτυο το 2011 και οι “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα” είναι το πρώτο του βιβλίο. Ο Νίκος Κυριακίδης συνεργάζεται με την ομάδα G.A.P. Gathered Avand-Gard Poets

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Βαρβαρότητα ή......

Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να ‘ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του.
Οπότε αναρωτιέται κανείς: Για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτα, που ωστόσο είναι το παν. Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό. Είναι η αμάθεια και το σκότος.
Ότι οι λεγόμενοι «πρακτικοί άνθρωποι» -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν, είναι χαρακτηριστικό. Εκείνοι βλέπουν το τίποτα. Εμείς το πάν. Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα μαστε πια εδώ. Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς. Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας -και της εποχής μας.

Οδυσσέας Ελύτης, 1979

Την αλήθεια φαίνεται να έχουμε αρχίσει να τη βλέπουμε...



Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας

Για τη συνήθεια, αυτά που μας έμαθαν, τις "αναλλοίωτες αλήθειες"....



-Δεν μπορώ του είπα. Δεν μπορώ!
-Σίγουρα; με ρώτησε αυτός.
-Ναι. Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να σταθώ μπροστά της και να της πω τι νιώθω… Ξέρω, όμως, ότι δεν μπορώ!!!

Ο Χόρχε κάθισε σαν το Βούδα πάνω σ΄ εκείνες τις φριχτές μπλε πολυθρόνες του γραφείου του χαμογέλασε, με κοίταξε στα μάτια και, χαμηλώνοντας τη φωνή όπως έκανε κάθε φορά που ήθελε να τον ακούσουν προσεκτικά, μου είπε:

-Να σου πω μια ιστορία… Και χωρίς να περιμένει να συμφωνήσω, ο Χόρχε άρχισε να αφηγείται:

"Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του…

Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του. Ωστόσο, το ξύλο ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος.

Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει. Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει;

Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο, τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα. Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος. Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;

Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.

Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα – ευτυχώς για μένα – ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν΄ ανακαλύψει την απάντηση. Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σ' ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.

Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρόλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.

Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο… Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.

Αυτός ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής. Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του. Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση. Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του…"

-Έτσι είναι, Ντεμιάν. Όλοι είμαστε λίγο-πολύ σαν τον ελέφαντα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία. Ζούμε πιστεύοντας ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και δεν τα καταφέραμε.

Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω.

Ο Χόρχε έκανε μια μεγάλη παύση. Ύστερα πλησίασε, κάθισε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε: Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντεμιάν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε. Ο μοναδικός τρόπος να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή… Με όλη σου την ψυχή!


Χόρχε Μπουκάι, απόσπασμα "Να σου πω μια ιστορία"



Ο Jorge Bucay γεννήθηκε το 1949 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Γιατρός και ψυχοθεραπευτής της σχολής Γκεστάλτ, ειδικεύτηκε στη θεραπεία των νοητικών ασθενειών εργαζόμενος αρχικά σε νοσοκομεία και κλινικές και, εν συνεχεία, δίνοντας διαλέξεις σε ιδρύματα, κολέγια, θέατρα, καθώς και σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Εργάζεται ως ψυχοθεραπευτής ενηλίκων, ζευγαριών και κοινωνικών ομάδων. Ζει στα προάστια του Μπουένος Άιρες με τη γυναίκα και τα δύο του παιδιά.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Η πιο όμορφη θάλασσα

Θα γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα

είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ' όλα,
δε στο 'χω πει ακόμα.


Ναζίμ Χικμέτ


Ο Ναζίμ Χικμέτ (20/11/1901 - 3/6/1963) ήταν Τούρκος ποιητής και δραματουργός, τα έργα του οποίου μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας. Πέθανε στη Μόσχα από καρδιακή προσβολή.
Αν και τα πρώτα του ποιήματα γράφτηκαν με συλλαβικό μέτρο, ο Χικμέτ σταδιακά απομακρύνθηκε από τα στενά πλαίσια του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας και άρχισε να αναζητεί νέα μορφή για τα ποιήματά του. Κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων διαμονής του στη Σοβιετική Ένωση (1922-1925), η αναζήτηση αυτή έφτασε στο αποκορύφωμά της. Προτίμησε τον ελεύθερο στίχο, ο οποίος ταίριαζε και με την πλούσια φωνολογία της τουρκικής γλώσσας. Επηρεάστηκε κυρίως από το Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από το γνωστό Τούρκο συνθέτη Ζουλφού Λιβανελί, ενώ αρκετά μελοποιήθηκαν και από το συνθέτη Μάνο Λοΐζο και τον Θάνο Μικρούτσικο. Με υπουργικό διάταγμα ο ποιητής ανέκτησε, μετά θάνατον, την τουρκική υπηκοότητα που του αφαιρέθηκε το 1951 εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Η μοναξιά

Η μοναξιά...
δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών "καλών" καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοιδίσο βλέμμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι - Αγ. Βαρβάρα - Κοκκινιά
Τούμπα - Σταυρούπολη - Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄ αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γής - εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γαντζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.

Κατερίνα Γώγου


Η Κατερίνα Γώγου έκανε ποίηση σε μια εποχή που οι άλλοι "ποιητές" έκαναν δημόσιες σχέσεις. Πάνω από όλα ήταν η ίδια ποίηση. Ανάμεσα σε χάπια, ποτά, σβησμένα τσιγάρα, φτωχογειτονιές, προδοσίες.
Γεννήθηκε στην Αθήνα (1/6/1940). Από μικρή δούλεψε σαν ηθοποιός στο θέατρο και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της Φίνος Φίλμς. Το πρώτο της βιβλίο με ποιήματα ήταν το "Τρία κλικ αριστερά" και βγήκε το 1978. Έβγαλε επίσης τα βιβλία "Ιδιώνυμο"(1980)," Το ξύλινο παλτό"(1982)," Απόντες"(1986)," Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών"(1988). Όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Χρηστάκης, η Κατερίνα ήταν έξω από κάθε λογής εκδοτικά και καλλιτεχνικά κυκλώματα και κλίκες και γι΄αυτό σπάνια θα δείτε να αναφέρονται σε αυτήν στα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης. Αυτοκτόνησε το 1993 με χάπια σε ηλικία 53 χρονών.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Ποιοι φοβούνται τα πλήθη

Απόψε έλα να δεις ποιοι φοβούνται τα πλήθη.
Κανείς δεν είπε πως θα βγει ν’ απειλήσει,
κι όμως από νωρίς τις γωνιές δεν τις έχουν αφήσει.
Μηχανοκίνητες φάλαγγες πηγαινοέρχονται,
μ’ αυτές δε φτάνουν να κυκλώσουν το φόβο τους.
Διαταγές, διαταγές και σήματα που λένε πως σ’ όλη
την πόλη, όσο βραδιάζει, την καταχτά η σιωπή.
Σήματα που θέλουν να πουν πως μόνο η σελήνη
έριξε τ’ ασήμι της στη λεωφόρο
και τους πλημμύρισε με καημούς.

Απόψε έλα να μάθεις ποιοι φοβούνται τα πλήθη.
Των λαών τα παράπονα δεν είν’ παραμύθι…

Κώστας Κοβάνης


Ο Κώστας Κοβάνης γεννήθηκε στη Θήβα το 1930. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Χαλκίδα. Από το 1943 ζει στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών και εργάζεται ως λογιστής-φοροτεχνικός.
Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύθηκαν στον αριστερό τύπο της Αθήνας στα 1950-53 (“Δημοκρατικός”-“Δημοκρατική”-“Φρουροί της Ειρήνης”-“Δημοκρατικός Τύπος”).
Από το 1960 είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Πολλές συνεργασίες του (ποιήματα-διηγήματα-άρθρα-σχόλια δοκίμια) έχουν δημοσιευθεί στον ημερήσιο τύπο (“Αυγή”-“Τα Νέα”-“Κυρ. Ελευθεροτυπία”) καθώς και σε λογοτεχνικά περιοδικά (“Νέα Εστία”-“Επιθεώρηση Τέχνης”-“Μαρτυρίες”-“Εφημερίδα των Ποιητών”-“Διανοούμενος” κ.α)
Το 1979 γίνεται τακτικός συνεργάτης σε θέματα λογοτεχνίας στην εβδομαδιαία επιθεώρηση “Πολιτικά Θέματα”.

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Ursula le Guin: «Η πραγματική μας επιβράβευση δεν έχει το όνομα κέρδος, ονομάζεται ελευθερία»

Η Ούρσουλα Λε Γκέν είναι μια πολυδιαβασμένη συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας και φαντασίας, ακτιβίστρια στη δεκαετία του ’70 στο φεμινιστικό και αντιπυρηνικό κίνημα της Αμερικής και αναρχική. Στο βιβλίο της «Η λέξη για τον κόσμο είναι δάσος» βασίστηκε το σενάριο της ταινίας «Avatar» ενώ τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες με πιο γνωστά -και μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα- το «“Έπος της Γαιοθάλασσας» και τον «Αναρχικό των δύο κόσμων».

Στις 19 Νοέμρη η Ursula K. Le Guin παρέλαβε το Medal for Distinguished Contribution to American Letters του National Book Foundation στα 65α National Book Awards και είπε αυτό που λίγοι τολμούν χωρίς να λογαριάζει ούτε τα συμφέροντα των εκδοτών της ούτε τη γνώμη των συναδέλφων της:

«Ευχαριστώ εσένα Neil, καθώς και τους ανθρώπους που μου δίνουν αυτό το υπέροχο βραβείο.
Ευχαριστώ την οικογένειά μου, τους αντζέντηδές μου, τους εκδότες μου, η παρουσία μου εδώ σήμερα οφείλεται επίσης και σε αυτούς, και το βραβείο αυτό τους ανήκει εξίσου. Χαίρομαι επίσης που το λαμβάνω εκ μέρους όλων των συγγραφέων -και το μοιράζομαι μαζί τους- που είχαν αποκλειστεί από τη λογοτεχνία για πολύ καιρό, συγγραφείς σαν και μένα της επιστημονικής φαντασίας και του φανταστικού, συγγραφείς της φαντασίας οι οποίοι βλέπουν τα τελευταία 50 χρόνια τα βραβεία να απονέμονται στους λεγόμενους ρεαλιστές.

Νομίζω πως έρχονται σκληροί καιροί όπου θα θέλουμε να ακούσουμε τις φωνές συγγραφέων που θα μπορούν να δουν εναλλακτικές σε αυτό που ζούμε τώρα, που θα μπορούν να διακρίνουν μέσα από την χτυπημένη από τον φόβο και τις εμμονικές τεχνολογίες κοινωνία μας σε έναν άλλο τρόπο να υπάρχεις, ακόμα και να φανταστούν πραγματικά πεδία ελπίδας.Θα χρειαστούμε συγγραφείς που θα μπορούν να θυμηθούν την ελευθερία. Ποιητές, οραματιστές, τους ρεαλιστές μιας άλλης πραγματικότητας.

Αυτή τη στιγμή νομίζω πως χρειαζόμαστε συγγραφείς που ξέρουν τη διαφορά ανάμεσα στην παραγωγή ενός εμπορεύματος για την αγορά και την άσκηση τέχνης. H ανάπτυξη του γραπτού υλικού με τέτοιο τρόπο ώστε να προσαρμόζεται στις στρατηγικές πωλήσεων προκειμένου να μεγιστοποιείται το κέρδος των εταιρειών και η διαφημιστική πρόσοδος δεν αποτελεί ακριβώς υπεύθυνη στάση έκδοσης και συγγραφής.

Βλέπω παρόλα αυτά τα τμήματα πωλήσεων να ελέγχουν τις εκδόσεις, βλέπω ακόμα και τους δικούς μου εκδότες να βρίσκονται σε έναν ανόητο πανικό άγνοιας και απληστίας, και να χρεώνουν τις δημόσιες βιβλιοθήκες για ένα ηλεκτρονικό βιβλίο έξι ή ακόμα και επτά φορές παραπάνω απ’ότι τους πελάτες τους. Είδαμε μέχρι και έναν κερδοσκόπο να προσπαθεί να τιμωρήσει εκδότη για απείθεια και συγγραφείς να απειλούνται από εκδοτικές φετβά, και βλέπω πολλούς από εμάς τους παραγωγούς, που γράφουμε και εκδίδουμε, να τα αποδέχονται όλα αυτα. Αφήνουμε τους εμπορικούς κερδοσκόπους να μας πουλάνε όπως τα αποσμητικά και να μας λένε τι να γράψουμε και τι να εκδώσουμε.

Τα βιβλία, ξέρετε, δεν είναι απλά εμπορεύματα. Το κίνητρο του κέρδους είναι συχνά σε αντιπαράθεση με τους στόχους της τέχνης. Ζούμε στον καπιταλισμό. Η εξουσία του μοιάζει αναπόφευκτη. Έτσι έμοιαζαν και οι ελέω θεού βασιλείς. Οι άνθρωποι μπορούν να αντισταθούν και να αλλάξουν κάθε ανθρώπινη εξουσία. Η αντίσταση και η αλλαγή συχνά ξεκινούν από την τέχνη και πολύ συχνά απ” τη δική μας τέχνη, τη τέχνη των λέξεων.

Είχα μια μακρά και καλή πορεία, με καλή συντροφιά. Σήμερα βρίσκομαι στο τέλος της και δεν θέλω να δω την αμερικάνικη λογοτεχνία να ξεπουλιέται. Εμείς που ζούμε από τη συγγραφή και την έκδοση βιβλίων θέλουμε και θα πρέπει να απαιτήσουμε το μερίδιό που δικαιωματικά μας αναλογεί στα κέρδη. Αλλά η πραγματική μας επιβράβευση δεν έχει το όνομα κέρδος, ονομάζεται ελευθερία.

Σας ευχαριστώ.»

* H μετάφραση (jaquou utopie, chief rebel angel) είναι από τη σελίδα των Ελευθεριακών Εκδόσεων «Στάσει Εκπίπτοντες» στο facebook.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Το τραγούδι της απεργίας

Βγες έξω, σύντροφε! Ρίσκαρε
Τη δεκάρα, που ούτε δεκάρα πια δεν είναι
Τον τόπο για ύπνο που πάνω του πέφτει η βροχή
Και της δουλιάς τη θέση που αύριο θα χάσεις!
Μπρος, στο δρόμο έξω! Αγωνίσου!
Να περιμένεις πια δε γίνεται, είναι αργά πολύ!
Βοήθα τον εαυτό σου βοηθώντας μας:


Κάνε πράξη την αλληλεγγύη!


Βγες έξω, σύντροφε, αντιμέτωπος με τα όπλα και
Διεκδίκησε το μεροκάματό σου!
Σαν ξέρεις πως δεν έχεις τίποτα να χάσεις
Όπλα αρκετά οι αστυνόμοι τους δεν έχουν!
Μπρος, στο δρόμο έξω! Αγωνίσου!
Να περιμένεις πια δε γίνεται, είναι αργά πολύ!
Βοήθα τον εαυτό σου βοηθώντας μας: Κάνε πράξη
Την αλληλεγγύη!

Μπέρτολτ Μπρεχτ


Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ (γενν. Eugen Berthold Friedrich Brecht, 10/2/1898 - 14/8/1956) ήταν Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής του 20ού αιώνα. Θεωρείται ο πατέρας του "επικού θεάτρου" (Episches Theater) στη Γερμανία. Τα έργα του χαρακτηρίζονταν αρχικά από πνεύμα καταδίκης του πολέμου και του μιλιταρισμού, ενώ στη συνέχεια παρατηρείται μια αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του, που εμπνέεται από τη μαρξιστική φιλοσοφία. Σημαντική ώθηση στη σχέση του με την εργατική τάξη και το κίνημά της έδωσε η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία. Η προσαρμογή της Όπερας των ζητιάνων του Τζον Γκέι με το όνομα Η Όπερα της Πεντάρας (Die Dreigroschenoper, 1928) σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική του Κουρτ Βάιλ προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή, ο Μπρεχτ στηλίτευε την καθώς πρέπει βερολινέζικη αστική τάξη που πρόσαπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής.
Ο Μπρεχτ άρχισε την καριέρα του ως δραματουργός με μια σειρά πειραματισμούς, επηρεασμένος από τις εξπρεσιονιστικές τεχνικές, όπως στο έργο του Βάαλ (Baal, 1918). Με το αντιπολεμικό έργο του Ταμπούρλα μες τη Νύχτα (1922) κερδίζει το Βραβείο Κλάιστ (Kleist Prize). Ήταν θαυμαστής του Φρανκ Βέντεκιντ κι επηρεάστηκε σημαντικά από το κινεζικό και το ρωσικό θέατρο. Το "διδακτικό" και "ανθρωπιστικό" θέατρο που για χρόνια υπηρέτησε ο Μπρεχτ απηχεί τη μαρξιστική ιδεολογία του.
Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε. Έζησε πρώτα στη Δανία και τη Φινλανδία και μετά στις ΗΠΑ καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στη Μόσχα εξέδωσε σε συνεργασία με άλλους Γερμανούς συγγραφείς το περιοδικό Η Λέξη (Das Wort). Στην Αμερική, όπου έζησε το κύριο μέρος της ζωής του, δέχθηκε έντονες διώξεις από το Μακαρθικό καθεστώς.
Το 1944 γράφει το έργο Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής, μια άτεγκτη κριτική της ζωής στη Γερμανία υπό το καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού. Η παγκοσμιότητα του έργου του αναγνωρίστηκε ευρέως μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τα έργα του κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια, καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Έτσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο, αλλά τώρα προβάλλονται και τιμώνται περισσότερο παρά ποτέ.
Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1949, ο Μπρεχτ αφιερώνεται στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΓΔ το 1951 και με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη το 1954.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Λαχταρώ

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ” αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ” αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ” αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ” ήξερα μια ζωή.
Και ν' ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ” αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου
 Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις, Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν' αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ' το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν' αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ' αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ' αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα, Και να μη σ' αφήνω να σηκωθείς απ' το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδεια χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ' ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναληπτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Σάρα Κέην


Γεννημένη στην Αγγλία το 1971, με έντονη θεατρική δραστηριότητα, ακραία κι ολιγόχρονη, η οποία τερματίστηκε από τον εκούσιο θάνατό της το Φεβρουάριο του 1999. Η ίδια προτιμούσε να μιλάει για βιωματικό θέατρο, είχε πει ότι προτιμά «να ριψοκινδυνέψει τις πιο βίαιες αντιδράσεις κι άμυνες εκ μέρους των θεατών παρά να ανήκει σε μια κοινωνία που έχει αυτοκτονήσει». Το έργο της πολεμήθηκε πολύ από τους σύγχρονούς της κριτικούς και προκάλεσε πικρόχολες αντιδράσεις. Προκάλεσε σε αρκετές περιπτώσεις την οργή και την οξύτατη κριτική πολλών που τη χαρακτήρισαν ως μια εξπρεσιονιστική γλωσσού χωρίς ίχνος θεατρικότητας.
Μαζί με άλλους, συμπατριώτες της κυρίως, ομότεχνους άνοιξε το δρόμο για μια νέα δραματουργική έκφραση εισάγοντας το λεγόμενο «Στα Μούτρα Θέατρο» στα πλαίσια της λογικής «τρίβω-στα-μούτρα-σας-τον-κόσμο-που-μου-κληροδοτήσατε». Στον απόηχο αυτής της κατάστασης, μόλις στα 28 της χρόνια έθεσε τέλος στη ζωή της, όταν βρέθηκε κρεμασμένη στην ψυχιατρική κλινική όπου νοσηλευόταν μετά την πρώτη αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας της. Όμως, η ίδια μας απαλλάσσει από τη σκέψη που μόλις κάναμε όλοι: «Δεν έχω επιθυμία θανάτου κανείς αυτόχειρας ποτέ δεν είχε» αλλά «το κακόβουλο πνεύμα της ηθικής των πολλών δεν αφήνει και πολλά περιθώρια». Η Σάρα Κέιν από πολλούς χαρακτηρίζεται ως καταθλιπτική και σοκαριστική, όμως εκείνη δεν αποδέχεται αυτούς τους χαρακτηρισμούς για τον εαυτό της: ‘Δε θεωρώ τα έργα μου καταθλιπτικά, ούτε πιστεύω ότι τους λείπει η ελπίδα’.
«Δεν είναι ότι δεν ξέρουμε, αλλά ότι δε νιώθουμε.» Η βία κι η σκληρότητα που βρίσκονται στα έργα της Κέιν συναντώνται και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα αυτού του κόσμου. Η αγάπη είναι λύση, σανίδα σωτηρίας. Μέσα από τα κείμενά της φαίνεται ένας άνθρωπος που μπορεί να αγαπήσει, που είναι ικανός να νιώσει. Να νιώσει στο πετσί του τον πόνο και να κραυγάσει στην ύστατη προσπάθεια να τον νικήσει. Να νιώσει την αδιαφορία και να θελήσει να τη διαπεράσει. Κανείς δεν μπορεί να πληγεί τόσο βαθιά εάν δεν διαθέτει ο ίδιος μεγάλο βάθος. Ποιος είναι τελικά ο άρρωστος και ποιος ο υγιής; Πού σταματά η πραγματική αγωνία και πού αρχίζει η αναπαράσταση της;

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Τα τραγούδια των ανθρώπων

Τα τραγούδια των ανθρώπων
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους
πιο βαριά από ελπίδα
πιο λυπημένα
πιο διαρκή.

Πιότερο απ' τους ανθρώπους
τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια
μου 'τυχε ν' απιστήσω κάποτε
στην πολυαγαπημένη μου,
όμως ποτέ μου στο τραγούδι
που τραγούδησα για αυτήν
ούτε ποτέ και τα τραγούδια
μ' απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ'αυτόν τον κόσμο τίποτα
απ' όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ' όσες χώρες γνώρισα
απ' όσα μπόρεσα να αγγίξω
και να νιώσω
τίποτα, τίποτα
δε μ' έκανε έτσι ευτυχισμένον
όσο τα τραγούδια...

Ναζίμ Χικμέτ
απόδοση Γιάννης Ρίτσος


Ο Ναζίμ Χικμέτ (20/11/1901 - 3/6/1963) ήταν Τούρκος ποιητής και δραματουργός, τα έργα του οποίου μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας. Πέθανε στη Μόσχα από καρδιακή προσβολή.
Αν και τα πρώτα του ποιήματα γράφτηκαν με συλλαβικό μέτρο, ο Χικμέτ σταδιακά απομακρύνθηκε από τα στενά πλαίσια του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας και άρχισε να αναζητεί νέα μορφή για τα ποιήματά του. Κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων διαμονής του στη Σοβιετική Ένωση (1922-1925), η αναζήτηση αυτή έφτασε στο αποκορύφωμά της. Προτίμησε τον ελεύθερο στίχο, ο οποίος ταίριαζε και με την πλούσια φωνολογία της τουρκικής γλώσσας. Επηρεάστηκε κυρίως από το Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από το γνωστό Τούρκο συνθέτη Ζουλφού Λιβανελί, ενώ αρκετά μελοποιήθηκαν και από το συνθέτη Μάνο Λοΐζο και τον Θάνο Μικρούτσικο. Με υπουργικό διάταγμα ο ποιητής ανέκτησε, μετά θάνατον, την τουρκική υπηκοότητα που του αφαιρέθηκε το 1951 εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων.

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Ο Τρελός

Με ρώτησες πώς έγινα τρελός.

Να πώς:

Μιαν αυγή,

καιρό πολύ πριν γεννηθούνε άμετροι θεοί,

ξύπνησα από ένα λήθαργο

κι είδα πως μου είχαν κλέψει όλες τις μάσκες μου -

τις εφτά μάσκες που είχα δημιουργήσει

κι είχα φορέσει σ’ εφτά ζωές.

΄Ετρεξα τότε ακάλυπτος στους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους φωνάζοντας:

“Κλέφτες, κλέφτες, καταραμένοι κλέφτες!”

Πολλοί άντρες και γυναίκες με περιγέλασαν,

κι άλλοι έτρεξαν φοβισμένοι στα σπίτια τους.

Σαν έφτασα στην αγορά,

ένας νέος πάνω από μια στέγη φώναξε:

“Είναι τρελός!”.

Σήκωσα το κεφάλι για να τον δω.

Τότε,

για πρώτη φορά,

ο ήλιος φίλησε το γυμνό πρόσωπό μου

και η ψυχή μου γέμισε αγάπη για τον ήλιο,

κι απ΄τη στιγμή εκείνη δεν ήθελα πια τις μάσκες μου.

Και εκστασιασμένος φώναξα:

” Ευλογημένοι,

ευλογημένοι εκείνοι που έκλεψαν τις μάσκες μου!”

Έτσι έγινα τρελός.

Και μέσα στην τρέλα μου βρήκα και τα δυο:

λευτεριά και σιγουριά.

Τη λευτεριά της μοναξιάς

και τη σιγουριά πως δεν με καταλαβαίνουν.

Γιατί αυτοί που μας καταλαβαίνουν

κάτι υποδουλώνουν μέσα μας…

Αλλά, ας μην είμαι και τόσο περήφανος για τη σιγουριά μου.

Κι ένας κλέφτης ακόμα,

όταν είναι φυλακισμένος,

είναι προφυλαγμένος από έναν άλλον κλέφτη.


Halil Gibran