Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ειρηναίος Μαράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ειρηναίος Μαράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Φαρμακονήσι

Πολύ κρύο φέτος, μητέρα
η θάλασσα πιο παγωμένη
κι απ’ τα χώματα της πατρίδας,
πνίγομαι, μητέρα
με πνίγουν

κι αν δεν με πνίξουν
θα έχουνε έτοιμη τη σφαίρα
για να την καρφώσουν στο κρανίο μου

αλλά τα όνειρα δεν πεθαίνουν, μητέρα
ούτε με σφαίρες
ούτε με διατάγματα

ο χρόνος τους τελειώνει
αυτοί κρυώνουν περισσότερο από εμάς
και παρηγοριά, προστασία ζητάνε
μέσα στα πολυτελή σαλόνια τους.

Πολύ κρύο φέτος, μητέρα
οι καρδιές τους πιο παγωμένες
κι απ’ τα χώματα της πατρίδας,
πνίγομαι, μητέρα
με πνίγουν

κι όταν με πνίξουν
έτοιμη θα έχουνε τη δικαιολογία
για να βεβηλώσουν τη μνήμη μου

ο χορτάτος υπουργός
ο ραφινάτος επιχειρηματίας
ο λογοτέχνης με τις υπόγειες διασυνδέσεις

οι προαιώνιοι εχθροί μας
με το μεγάλο στόμα
και το ελάχιστο μυαλό
που για αίμα διψούν και για χρήμα
ελπίζοντας πως θα τη βγάλουν καθαρή
και φέτος.

Πολύ κρύο, μητέρα
όμως, τα δάκρυα σου
ζεστή κρατούν την ελπίδα
ξεπλένουν τους φόβους μας

να θυμώνεις, μητέρα
να κλαις, ακούς;
έτσι κάνουν οι άνθρωποι, ακούς;

έτσι κι αλλιώς, δεν θ’ αργήσει εκείνη η μέρα
όπου κι εμείς, με τα δικά μας πλοία
σαν κάποιο παγωμένο Οκτώβρη χρόνια πριν
τα κανόνια θα πάρουμε απ’ την καρδιά μας
για να τα στρέψουμε στις τσέπες τους.

Εκεί να δεις δάκρυα, μητέρα…


Ειρηναίος Μαράκης, 24/1/2013

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Ένα κορίτσι

Είναι ένα κορίτσι, ίδιο με σένα
ξυπόλυτο, γυμνό από αισθήματα,
έτσι δηλώνει,
που παρέα ζητάει για το βράδυ
ή έστω ένα σπίρτο, ν’ ανάψει το τσιγάρο της,
θα πεθάνεις, κόψε το, θα πεθάνεις,
οι φίλοι συμβουλεύουν,
φάε κάτι να δυναμώσεις
μην παραμελείς τον εαυτό σου,
κι αυτή γελά, αγέρωχα, ανάβοντας ένα ακόμα
παραγγέλνοντας ουΐσκι
διπλό, χωρίς πάγο, σκέτο
χωρίς λεφτά, χωρίς φόβο
κερασμένο απ’ τον κοκκινογένη μπάρμπαν
που δειλά κοιτά το στήθος της, το όλο υποσχέσεις,
κι αυτή γελά
με σόκιν ανέκδοτα
που κάποιος τύπος, φαλακρός, με λαδωμένο μουστάκι
και τρύπιες κάλτσες,
εδώ και ώρα ηλίθια επαναλαμβάνει
μήπως και πιάσει γκόμενα,
και το κορίτσι μας, ίδιο με σένα
να γελάει, να γελάει, να γελάει
τα μάτια της να βουρκώνουν
ν’ ανάβει τσίγαρο – το τρίτο ή το τέταρτο;
τη μοιραία κίνηση να προσμένει

κι είναι ένας μπάρμαν, ίδιος εγώ
κοκκινογένης, με βλέμμα πότε ηλίθιο, πότε ερωτευμένο,
που είναι το ίδιο θα μου πεις,
να περιμένει την πρώτη κίνηση
από αυτήν που περιμένει
την πρώτη κίνηση,
να ονειροπολεί, να ζηλεύει
τον τύπο με το λιγδιασμένο μουστάκι
και τους μπράβους του απέναντι μπαρ
που ακούνε Παντελίδη τις νύχτες
και που τη μέρα
ψηφίζουν Μώραλη με μάτια κλειστά,
ποτά κερνώντας, κι ανοίγοντας συζήτηση
για μουσική
θέλοντας να φανεί άνετος και φιλικός
με κάποια επιφάνεια δηλαδή,
αλλά η μουσική δεν βοηθάει
δεν της αρέσει, βλέπεις, η τζαζ
κι αυτός ο μπάρμαν, ίδιος εγώ
όλο να αναβάλλει

έξω, σχεδόν ξημέρωμα, σχεδόν μπλε
κι ενώ η πόλη βάζει τη φόρμα εργασίας της
το κουστούμι, το καπέλο της
ανάλογα την διάθεση ή την περίσταση,
το ζευγάρι, μέσα στο μπαρ περιμένει
ακίνητο, σκεφτικό
την πρώτη κίνηση,
αυτή να ξαπλώνει στις καρέκλες
δίπλα του, κουρασμένη, με μαύρους κύκλους στα μάτια
πιο όμορφη από ποτέ
διεκδικώντας μια προσέγγιση
ένα άγγιγμα τέλος πάντων, ένα χαμόγελο
ενώ αυτός, αμήχανος, ιδρωμένος και γελοίος
να επαναλαμβάνει κάποια ερώτηση
που είχε κάνει και νωρίτερα
για να λάβει μια ίδια απάντηση
το ίδιο αμήχανη αλλά λιγότερο γελοία

ύστερα σιωπή
το κορίτσι, ίδιο με σένα
ο κοκκινογένης μπάρμπαν, ίδιος εγώ
διστάζουν
κι όμως στον έρωτα
δεν χωράει αναμονή

ευτυχώς, τα μάτια τους γνωρίζουν
νοιώθουν την αλήθεια
κι έρχονται πιο κοντά
όλα και πιο κοντά
απλώνουν τα χέρια τους
και…

κοιμήθηκες, αγάπη μου;
όχι, δεν πειράζει, κοιμήσου
χρειάζεσαι ξεκούραση
ναι, αύριο πάλι
οι ιστορίες γύρω απ’ τον έρωτα
δεν τελειώνουν ποτέ

καληνύχτα.


Ειρηναίος Μαράκης