Λυπήθηκαν μεγάλως στον αποχωρισμό των. Δεν τόθελαν αυτοί· ήταν η περιστάσεις. Βιοτικές ανάγκες εκάμνανε τον ένα να φύγει μακρυά — Νέα Υόρκη ή Καναδά. Η αγάπη των βεβαίως δεν ήταν ίδια ως πριν· είχεν ελαττωθεί η έλξις βαθμηδόν, είχεν ελαττωθεί η έλξις της πολύ. Όμως να χωρισθούν, δεν τόθελαν αυτοί. Ήταν η περιστάσεις.— Ή μήπως καλλιτέχνις εφάνηκεν η Τύχη χωρίζοντάς τους τώρα πριν σβύσει το αίσθημά των, πριν τους αλλάξει ο Χρόνος· ο ένας για τον άλλον θα είναι ως να μένει πάντα των είκοσι τεσσάρων ετών τ’ ωραίο παιδί.
Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.
Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.
Κώστας Καρυωτάκης
(30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) [...] Κοινωνικός ποιητής ο Καρυωτάκης και συγχρόνως ποιητής της εσωτερικής προσωπικής περιπέτειας, ένωσε τις άκρες των δύο τάσεων, προκαλώντας την τρομερή ηλεκτρική κένωση στο σώμα της λογοτεχνίας μας. Υπήρξε ψυχρός ποιητής, χωρίς αναπτύξεις στην έκφραση, χωρίς μηρυκασμούς στην έμπνευση, συντάκτης του ισολογισμού: ουσία της ποίησης - κοινωνικοί όροι ύπαρξής της. Νομιμοποίησε συγχρόνως και το μόνο δυνατό γλωσσικό ιδίωμα στην νεοελληνική ποίηση, απορρίπτοντας όλον τον τεχνητό γλωσσικό εφιάλτη της εποχής. Ποιητές-ανακαινιστές της γλώσσας μπορούν να υπάρξουν μόνο σε έθνη που δεν έχουν απομακρυνθεί ακόμη πολύ από το βαρβαρικό (με την σωστή σημασία της λέξης) παρελθόν τους, σε έθνη δηλ. που η γλώσσα τους βρίσκεται σε ακμή και ανάπτυξη. Τα έθνη με πανάρχαιες, ερειπωμένες πια γλώσσες, έχουν χάσει το παιχνίδι στον τομέα αυτόν. Δεν υπάρχει άλλο γλωσσικό ιδίωμα για την ελληνική ποίηση, παρά η γλώσσα του πρόσφυγα, του μετανάστη, του εξόριστου, της διασποράς, η γλώσσα του έλληνα σε συνεχή κατάσταση ανάγκης. Από δω και η καταγωγή της ποπ-καθαρεύουσας των υπερρεαλιστών, άσχετα αν σήμερα κατάντησε να γίνει η γλώσσα της ανεκδοτολογικής ποίησης.[...]
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.
Μη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.
Όλοι οι νόμοι της ηθικής — κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι — είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας.
Μη αφήσεις καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξει. Μη πιστεύεις ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Το χρέος σου είναι να ενδίδεις, να ενδίδεις πάντοτε εις τας Επιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Το χρέος σου είναι να καταταχθείς πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας.Μη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Μη λέγεις, Τόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε διά να την κερδίσεις ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Ηδονή.
Μη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, διά να ακούσεις τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνει το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας.
Μη απατηθείς από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. Η υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Και επιτέλους όταν πέσεις εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάσει η κηδεία σου, αι Μορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι θεοί του Ολύμπου, και θα σε θάψουν εις το Κοιμητήριον του Ιδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.
Σε μια κοινωνία που γίνεται όλο και πιο συντηρητική, ακούγεται από παντού πόσο απελευθερωμένοι και προοδευτικοί είμαστε πια. Αφού έχει υπάρξει ένας Μάης του '68, οι γυναίκες μορφώνονται και εργάζονται, μπορούν να πάρουν διαζύγιο και να επιλέξουν τον ερωτικό τους σύντροφο σίγουρα έχουμε πετάξει από πάνω μας τα κατάλοιπα του συντηρητισμού... Εδώ μπορεί να υπάρχει ένα gay pride!
Μπα; Αν οι γυναίκες είναι τόσο άνετες με την ύπαρξή τους γιατί όλο και περισσότερες υποφέρουν από διατροφικές διαταραχές, γιατί προσπαθούν να χωρέσουν σε Size 0, να κόψουν και να ράψουν το σώμα τους για να ανταποκριθούν στα πρότυπα που άλλοι έχουν δημιουργήσει γι' αυτές; Έχω ακούσει αρκετές φορές πως πλέον δεν υπάρχει σεξισμός. Απόδειξη ότι και οι άντρες πλένουν πιάτα [...] και άλλα παρόμοια. Όμως κάτω από την επιφάνεια τι είναι αυτό που υποβόσκει; Γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε σε μια κοινωνία όπου τα πρότυπα συμπεριφοράς δοκιμάζουν να περάσουν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά: παίξε με τις κούκλες σου, κάτσε ήσυχα, σπούδασε, σώπα, κοίτα τον εαυτό σου, ώρα να νοικοκυρευτείς, πότε θα μου κάνεις ένα εγγονάκι; Με αυτή τη σειρά οι απορίες των γονιών που έτσι έχουν μάθει, έτσι σου λένε να ζήσεις κι εσύ. Κι αναρωτιέμαι αν αυτά τα προκαθορισμένα που έχουν μπηχτεί στο κεφάλι μας από πάντα δεν μας επηρεάζουν στο τι θέλουμε ή στο τι νομίζουμε πως θέλουμε για μας.
Η τηλεόραση έχει γέλιο...μέχρι δακρύων. Ο απλοϊκός τρόπος που παρουσιάζουν τους ανθρώπους και τη συμπεριφορά και τις ανάγκες τους, φτάνει στα όρια του γελοίου. Η Μοιραία γυναίκα (απαραιτήτως αδύνατη και πλαστικοποιημένη), ο ισχυρός αδίστακτος άντρας (που φυσικά έχει πατήσει επί πτωμάτων για να ανέβει κοινωνικά και να ελέγχει), ο σκληρός και πολύ μάγκας (που καμιά δεν μπορεί να του αντισταθεί) και μερικοί ακόμα μαύροι/άσπροι χαρακτήρες που είναι λες και ξεπήδησαν από ελληνική ταινία του '60 με μερικές μετατροπές για να μη φαίνονται τελείως χαζοί. Αν επεκταθούμε στο θέμα των διαφημίσεων...των σταρ κ.ο.κ. έχουμε ένα χοντροκομμένο σχήμα του ποια είναι τα πρότυπα που "πρέπει" να ακολουθήσουμε.
Εδώ πρέπει να πω ότι σε καμιά περίπτωση δεν πιστεύω πως όλα αυτά είναι μια μυστική συνωμοσία των αντρών για να μας έχουν του χεριού τους. Υποστηρίζω πως κι αυτοί είναι θύματα μιας κουλτούρας που φυλακίζει το σώμα και την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Οι άντρες δεν κλαίνε και πρέπει να' ναι γαμιάδες και κυνηγοί κι αν χρειάζεται να ρίχνουν και καμιά σφαλιάρα στην γκόμενά τους, ή έτσι έχουν αναγκαστεί να μοιάζουν για να περάσουν το τεστ της κανονικότητας. Οποιαδήποτε ένδειξη ευαισθησίας φέρνει κακεντρέχεια και υπόνοιες αν αυτός ο κάποιος φέρνει σε γκέι...που κουβαλάει ακόμα αρνητικό πρόσημο όσο κι αν τα πράγματα έχουν προχωρήσει. Την ίδια στιγμή που οι περισσότερες διαφημίσεις μέρα μεσημέρι θυμίζουν τσόντα, το ΕΣΡ κόβει ένα ομοφυλοφιλικό φιλί και στο δρόμο ακόμα κάποιοι δυσανασχετούν αν ένα ζευγάρι (οποιουδήποτε προσανατολισμού) εκφραστεί σε κοινή θέα. Ο γυμνισμός σε μια παραλία ή ακόμα κι αν θα φαίνονται οι ρώγες μιας γυναίκας μέσα από την μπλούζα προκαλεί την κριτική. Για να είσαι "σωστό γκομενάκι" πρέπει να φοράς μίνι και ξώβυζο, αλλά αν σε βιάσουν μπορεί και να φταις λίγο αφού είσαι τσούλα. Tι θα πει πια ο κόσμος; Ντροπή. Έχουμε φτάσει να χρειάζεται να βάλουμε το σώμα μας σε μια γυάλα για να μπορούμε να το διαχειριστούμε.
Το πρώτο πράγμα που φυλακίζεται σε μια καταπιεστική κοινωνία είναι το σώμα, που για μένα είναι το βασικό μέσο που έχουμε για να εκφράσουμε τις σκέψεις και τα αισθήματά μας. Η "κοινή λογική" που μας πλασάρουν μπορεί να κρύψει από τα μάτια μας ακόμη και το ποιοι είμαστε πραγματικά, οδηγώντας σε μια ύπαρξη δυστυχισμένη, περιχαρακωμένη.
Το σεξ αποτελεί ένα απ'τα ακριβότερα "εμπορεύματα" στην καπιταλιστική κοινωνία, άρα τα σώματα παιδιών,γυναικών κι αντρών πουλιούνται κι αγοράζονται από όσους έχουν τη δυνατότητα. Πορνό, μόδα, σόου μπιζ, πορνεία. Το φυσικό σώμα βρίσκεται στο απόσπασμα και αν θέλουμε να έχουμε επαφή με τη σεξουαλικότητά μας πρέπει να το κάνουμε όπως μας λένε, αλλιώς δεν παίζουμε με τους κανόνες τους. Η σκλαβιά του σώματος βέβαια μπορεί να είναι και χειροπιαστή, σ' έναν κόσμο που χτίζονται ολοένα περισσότερες φυλακές, κέντρα κράτησης μεταναστών, ψυχιατρεία για όσους είναι αδύνατον να προσαρμοστούν σε μια κοινωνία αδικίας και παραφροσύνης. (αλλά αυτό είναι κάτι που χρήζει άλλης ανάλυσης)
Σε καιρούς κρίσης διακυβεύεται ακόμα και η ίδια η ύπαρξη και η ζωή μας. Όμως το πρώτο βήμα για να δημιουργήσουμε κάτι νέο, είναι πιστεύω να επαναπροσδιορίσουμε τι είναι όντως και τι μας έχει δοθεί ως αλήθεια. Να ξεπεράσουμε την επιφάνεια του "είμαι απελευθερωμένος" και να ψάξουμε στην ουσία, με πρώτο στοίχημα να επιτρέψουμε στο σώμα να επικοινωνήσει με την επιθυμία και να καθορίσει τα "θέλω" ενάντια στα "πρέπει". Κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει μόνο του, αλλά παράλληλα με την πάλη ενάντια στην ανεργία, το ρατσισμό, τη φτώχεια που με διαφορετικούς τρόπους παραβιάζουν την ελευθερία μας. Απ' τα καλύτερα παραδείγματα είναι οι καθαρίστριες του Υπ. Οικονομικών που κατέβηκαν στο gay pride, ξεπερνώντας όποιες προκαταλήψεις μέσα από τον αγώνα τους. Ο επαναπροσδιορισμός του εαυτού μας επικοινωνεί διαλεκτικά με την αμφισβήτηση του συστήματος που μας έχει γεννήσει, τίποτα απ' τα δύο δεν προηγείται.
Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία.
Τουλάχιστον μ' αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ.
Και μεις τι την κάνουμε ρε, αντί να την ζήσουμε;
Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την...
Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα...
Έτσι, μ'αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας σα να είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες;
Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ'την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν “ανάγκες”, σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας...
Όλα, όλα Σαλονικιέ τα αφήσαμε για αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ...
Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς… Όμως.. τ’ αφήσαμε για αύριο…
Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ;
Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και μεις οι μαλάκες αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ'τη ζωή μας, χαιρόμαστε.
Ξέρεις γιατί;
Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.
Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος. Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει.
Ήρθανε να την πάρουν και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο. Πήγαμε στην κηδεία της και τι άκουσα τον παπά να λέει: "Χους ει και εις χουν απελεύσει". Και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια ..."
Χρόνης Μίσσιος, Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει Χρόνη Μίσσιο, απόσπασμα από την ενότητα Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται 2009
Ο Χρόνης Μίσσιος, συγγραφέας, αντιστασιακός, αγωνιστής της Aριστεράς και ίσως ο πρώτος ακτιβιστής στην Ελλάδα υπέρ της ολιστικής οικολογικής φιλοσοφίας, γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δουλεύει μικροπωλητής, με κασελάκι, στο λιμάνι. Το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, λόγω οικονομικής ανέχειας.
Λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ’ένα τυχαίο γεγονός. Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Ένα μόνο “διάλειμμα” ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Στη φυλακή (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού) πέρασε και το μεγαλύτερο διάστημα της απριλιανής δικτατορίας. Την περίοδο της καθείρξεώς του μάλιστα έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή. Μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 που αποφυλακίζεται (αμνηστία του Παπαδόπουλου) περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος.
Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία. Το πρώτο του βιβλίο Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς… (1985) τον καθιέρωσε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέα στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Ήταν ένα αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας, καθιερώθηκε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέας στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους. Η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως και η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουν στον Μίσσιο να υπερβεί το στενό πλαίσιο του αριστερού απομνημονεύματος και να φιλοτεχνήσει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία με έντονα πολιτικό λόγο.
Την ίδια ανταπόκριση βρήκε και το δεύτερο βιβλίο του Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε; (1988). “Στα επόμενα βιβλία του ο Μίσσιος θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα: από το Τα κεραμίδια στάζουν (1991) μέχρι τα Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι (1996) και Ντομάτα με γεύση μπανάνας (2001)“.
Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που παρά τον σκληρό κόσμο τον οποίο απεικονίζει, δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία και την πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε μια δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.
Συμετείχε σε ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ πραγματοποίησε και τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας.
“Κοσμοκαλόγερος”, σαν τους ήρωες ορισμένων από τα βιβλία του, ο Χρόνης Μίσσιος τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Καπανδρίτι, με την σύντροφό του Ρηνιώ και τα σκυλιά τους σε ένα αγροτόσπιτο.
Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 2012, σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας μετά από μάχη με τον καρκίνο.
Η Mahienour al-Massry, φυλακισμένη σύμφωνα με το νόμο ενάντια στις διαδηλώσεις, γράφει από τη φυλακή:
Δεν ξέρω και πολλά για το τι συμβαίνει στον έξω κόσμο από τότε που φυλακίστηκα. Παρόλα αυτά μπορώ να φανταστώ ότι είναι περίπου όπως συνηθίζαμε όταν κάποιος που ξέρουμε φυλακιζόταν. Ο διαδικτυακός κόσμος πλημμυρίζει με συνθήματα όπως "Λευτεριά στον τάδε ή στον δείνα", ή "Είμαστε όλοι έτσι κι έτσι".
Όμως, από τότε που πάτησα το πόδι μου στη γυναικεία φυλακή Damanhour και τοποθετήθηκα με τις άλλες έγκλειστες στην "Πτέρυγα 1" - το σύμπλεγμα κελιών γι' αυτούς που κατηγορούνται ή καταδικάστηκαν για "υπεξαίρεση"- μόνο ένα πράγμα έχω στο μυαλό μου και το επαναλαμβάνω σαν καθημερινή προσευχή: "Κάτω το ταξικό σύστημα".
Οι περισσότερες συγκρατούμενές μου έχουν φυλακιστεί επειδή αθέτησαν την πληρωμή δόσεων ή μικρών δανείων. Είναι δάνεια που πήρε μια μάνα για να αποκτήσει τα απολύτως αναγκαία για το νεογέννητο παιδί της, ή από μια σύζυγο που χρειαζόταν χρήματα για τη θεραπεία του άρρωστου άντρα της, ή μια γυναίκα που δεν κατάφερε να αποπληρώσει ένα δάνειο 2,000LE στην ώρα της, μόνο για να πέσει πάνω της ένα πρόστιμο 3 εκατομμυρίων LE.
Η φυλακή είναι ένας μικρόκοσμος της κοινωνίας. Αυτοί που είναι ελάχιστα πιο προνομιούχοι από άλλους βρίσκουν τρόπους να πάρουν όσα χρειάζονται μέσα στη φυλακή, ενώ οι μη προνομιούχοι είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν για τις βασικές τους ανάγκες.
Η φυλακή είναι ένας μικρόκοσμος της κοινωνίας. Οι φυλακισμένοι συζητούν τι συμβαίνει στη χώρα. Μπορείς να βρεις όλο το πολιτικό φάσμα εδώ. Κάποιοι υποστηρίζουν τον Σίσι με την ελπίδα ότι όταν γίνει πρόεδρος θα δώσει συγχώρεση σε όλους όσους φυλακίστηκαν για αθέτηση πληρωμών. Άλλοι θέλουν να γίνει πρόεδρος, πιστεύοντας ότι θα πάρει σκληρή θέση ενάντια στις "τρομοκρατικές διαδηλώσεις" και θα κυβερνήσει με σιδερένια γροθιά, παρόλο που με συμμερίζονται και νιώθουν ότι πιθανόν είμαι αθώα. Κάποιοι είναι υπέρ του Sabbahi, αφού τον βλέπουν σαν έναν απ' αυτούς. "Υποσχέθηκε να ελευθερώσει τους φυλακισμένους", λένε, μόνο για να τους ουρλιάξουν άλλες συγκρατούμενες που λένε ότι υποσχέθηκε να ελευθερώσει μόνο πολιτικούς κρατούμενους. Κι είναι άλλες που βλέπουν τις εκλογές σαν φάρσα, που θα είχαν παρεμποδιστεί αν ήταν ελεύθερες.
Η φυλακή είναι ένας μικρόκοσμος της κοινωνίας. Νιώθω ότι είμαι ανάμεσα σε οικογένεια. Όλοι με συμβουλεύουν να συγκεντρωθώ περισσότερο στην καριέρα και το μέλλον μου μόλις βγω από δω. Ως απάντηση, λέω ότι ο αιγυπτιακός λαός αξίζει πολύ καλύτερα, ότι η δικαιοσύνη δεν έχει αποδοθεί ακόμα, και θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε να χτίσουμε ένα καλύτερο μέλλον. Αυτή τη στιγμή, μας έρχονται τα νέα για την καταδίκη τριών χρόνων του Μουμπάρακ με τις κατηγορίες της εκτεταμένης διαφθοράς, υπεξαίρεση κεφαλαίων, και οικονομικές απάτες στην "Υπόθεση Προεδρικό Παλάτι". Λυγίζοντας, τους ρωτάω, "Τι σόι μέλλον περιμένετε να έχω σε μια άδικη κοινωνία, στην οποία το καθεστώς νομίζει ότι η Umm Ahmed, που είναι φυλακισμένη τα τελευταία 8 χρόνια κι έχει άλλα 6 επειδή υπέγραψε μια ακάλυπτη επιταγή μόνο 50,000LE, είναι μεγαλύτερη εγκληματίας απ'τον Μουμπάρακ;" - Τον ίδιο Μουμπάρακ που υποστηρίζει τον Σίσι, τον οποίο βλέπουν σα σωτήρα τους.
Εδώ μιλάνε γι' αυτή την ταξική κοινωνία και ονειρεύονται κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς περίπλοκες θεωρίες.
Δεν πρέπει ποτέ να χάσουμε τα μάτια μας από τον αντικειμενικό μας στόχο μέσα στον αχό της μάχης, στην οποία κάθε μέρα χάνουμε φίλους και συντρόφους. Δε θα πρέπει να μετατραπούμε σε ανθρώπους που απαιτούν την ελευθερία αυτού ή του άλλου, ενώ ξεχνάμε τις ευρύτερες ανάγκες και αγωνίες του αιγυπτιακού λαού, που απλά θέλει να επιβιώσει μεροδούλι μεροφάι.
Ενώ φωνάζουμε ενάντια στο νόμο που φιμώνει τις διαδηλώσεις, θα πρέπει να εργαζόμαστε για την ανατροπή αυτού του ταξικού συστήματος: να οργανώνουμε τους εαυτούς μας και να αλληλεπιδρούμε με τους αδικημένους, να φωνάζουμε για τα δικαιώματά τους και να χτίζουμε ένα όραμα για το πώς θα λυθούν τα προβλήματά τους. Να φωνάζουμε "Λευτεριά στους φτωχούς", έτσι ώστε οι άνθρωποι να μη νιώθουν ότι είμαστε αποξενωμένοι από τα προβλήματά τους.
Και τέλος, αν πρέπει να κρατήσουμε το σύνθημα, "Λευτεριά σ' αυτόν ή σ'εκείνον", τότε το σύνθημα ας είναι "Λευτεριά στη Sayeda", "Λευτεριά στη Heba" και "Λευτεριά στη Fatima" -τα τρία κορίτσια που συνάντησα στη Διεύθυνση Ασφαλείας, κατηγορούμενες ότι είναι μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και ότι έχουν τελέσει φόνο μεταξύ άλλων κατηγοριών. Συνελήφθησαν τυχαία και είναι φυλακισμένες από τον Ιανουάριο χωρίς δίκη.
Λευτεριά στην Umm Ahmed, που δεν έχει δει τα παιδιά της εδώ και 8 χρόνια. Λευτεριά στην Umm Dina, που είναι η μοναδική που μπορεί να φροντίσει την οικογένειά της. Λευτεριά στην Niamah, που συμφώνησε να πάει φυλακή αντί για κάποιον άλλο με αντάλλαγμα χρήματα για να ταΐσει τα παιδιά της. Λευτεριά για τις Farhah, Wafaa, Kawthar, Sanaa, Dawlat, Samia, Iman, Amal και Mervat.
Οι πόνοι μας σε σύγκριση με τους δικούς τους δεν είναι τίποτα, αφού ξέρουμε πως υπάρχουν αυτοί που θα μας θυμούνται, θα λένε τα ονόματά μας πού και πού, αναφέροντας περήφανα πως μας γνωρίζουν. Αντιθέτως, αυτές οι γυναίκες, που αξίζουν να τις θυμούνται με περηφάνια, θα αναφερθούν μόνο σε οικογενειακά μαζέματα.
Κάτω η ταξική κοινωνία, κάτι που δε θα πετύχουμε ποτέ αν ξεχάσουμε αυτούς που πραγματικά έχουν υποφέρει την αδικία.
Πτέρυγα 1, Κελί 8
Γυναικεία Φυλακή Damanhour
22 Μαΐου 2014
μτφρ. από τα αγγλικά: http://www.madamasr.com/content/letter-prison
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά μόνο βασιλιάδων ονόματα.
Οι βασιλιάδες είχανε τις πέτρες κουβαλήσει; Και τη Βαβυλώνα που την κατέστρεψαν πολλές φορές, ποιός, τόσο πολλές φορές την έχτισε πάλι; Της χρυσόλαμπρης Λίμα οι οικοδόμοι, σε ποιά σπίτια κατοικούσαν; Σε ποιό μέρος γύρισαν το βράδυ, που το Σινικό τείχος έτοιμο ήταν, οι χτίστες; Η μεγάλη Ρώμη γεμάτη ήταν από αψίδες θριάμβων. Ποιοί τις είχανε υψώσει; Πάνω σε ποιούς θριάμβευσαν οι Καίσαρες; Το ξακουστό Βυζάντιο είχε για τους κατοίκους του παλάτια μόνο; Ακόμη και στη μυθική Ατλαντίδα, τη νυχτιά που καταποντιζόταν, τους σκλάβους τους φωνάζαν οι πνιγμένοι. Ο νεαρός Αλέξανδρος κατέκτησε τις Ινδίες. Μόνος αυτός; Ο Καίσαρ τους Γαλάτες κατενίκησε. Δεν είχε ουτ’ ένα μάγειρο μαζί του; Ο Φίλιππος της Ισπανίας έκλαψε, όταν ο στόλος του βυθίστηκε. Δεν έκλαψε άλλος κανείς; Ο Φρειδερίκος ο Β΄ νίκησε στον επταετή Πόλεμο. Και ποιός άλλος νίκησε, εκτός από αυτόν; Κάθε σελίδα και μιά νίκη. Ποιός ετοίμαζε τα επινίκεια φαγοπότια; Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας. Ποιός πλήρωνε τα έξοδά του; Πόσα πολλά ιστορήματα! Πόσα πολλά ερωτήματα!
Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν.
Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει.
Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση.
Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων. Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού, θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα.
-Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια.
-Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών.
-Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερεχθείο των Πουλιών. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού, θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ’ ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη τον Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ’ ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.
-Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
-Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
-Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού, θα στενάξουν οι νέοι, και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Και θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα ‘ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ‘χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας. Και θα ‘ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ’ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη.
Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!
Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί: Προφητικόν, Ανάγνωσμα VI
Ο Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη , ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών εργων Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.
Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του '30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη σημειώνοντας χαρακτηριστικά: "από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ' την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος". Το έργο του έχει επανειλημμένα συνδεθεί με το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και ο Ελύτης διαφοροποιήθηκε νωρίς από τον "ορθόδοξο" υπερρεαλισμό που ακολούθησαν σύγχρονοί του ποιητές, όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος ή ο Νικόλαος Κάλας. Επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό και δανείστηκε στοιχεία του, τα οποία ωστόσο αναμόρφωσε σύμφωνα με το προσωπικό του ποιητικό όραμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το λυρικό στοιχείο και την ελληνική λαϊκή παράδοση. Οι επιρροές από τον υπερρεαλισμό διακρίνονται ευκολότερα στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Προσανατολισμοί (1940) και Ήλιος ο πρώτος (1943).
Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε Το Άξιον Εστί (1959), έργο με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο» . Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του, καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης». Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστί υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούνταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού.
Η μεταγενέστερη πορεία του Ελύτη υπήρξε πιο εσωστρεφής, επιστρέφοντας στον αισθησιασμό της πρώιμης περιόδου του και σε αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης αποκαλούσε ως έκφραση μιας «μεταφυσικής του φωτός»: «Έτσι το φως, που είναι η αρχή και το τέλος κάθε αποκαλυπτικού φαινομένου, δηλώνεται με την επίτευξη μιας ολοένα πιο μεγάλης ορατότητας, μιας τελικής διαφάνειας μέσα στο ποίημα που επιτρέπει να βλέπεις ταυτοχρόνως μέσα απ' την ύλη και μέσα από την ψυχή». Ιδιόμορφο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ελύτη, μπορεί να χαρακτηριστεί το σκηνικό ποίημα Μαρία Νεφέλη (1978), στο οποίο χρησιμοποιεί - για πρώτη φορά στην ποίησή του - την τεχνική του κολάζ.
Πέρα από το ποιητικό του έργο, ο Ελύτης άφησε σημαντικά δοκίμια, συγκεντρωμένα στους τόμους Ανοιχτά Χαρτιά (1974) και Εν Λευκώ (1992), καθώς και αξιόλογες μεταφράσεις ευρωπαίων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων.
Έτσι μικρό ήταν τ' όνειρό μας.
Μα τούτο τ' όνειρο ήταν τ' όνειρο
όλων των πεινασμένων και των αδικημένων.
Κι οι πεινασμένοι ήταν πολλοί
κι οι αδικημένοι ήταν πολλοί
και τ' όνειρο μεγάλωνε σιγά-σιγά.
Μεγάλωνε πάντοτε
το ίδιο στρογγυλό σαν το ψωμί
και το ίδιο στρογγυλό και σαν τον ήλιο
και το ίδιο στρογγυλό και σαν τη γη
και το ίδιο στρογγυλό σαν τον ορίζοντα.
Ετούτο τ' όνειρο των πεινασμένων,
τ' όνειρο των αδικημένων
όλου του κόσμου.
Γιάννης Ρίτσος
Ο Γιάννης Ρίτσος (1/5/1909 - 11/11/1990) ήταν ποιητής. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν το έργο του.
Το 1921 άρχισε να συνεργάζεται με τη «Διάπλαση των Παίδων». Το 1934 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Τρακτέρ», ενώ ξεκίνησε να δημοσιεύει στο «Ριζοσπάστη» τη στήλη «Γράμματα για το Μέτωπο». Την ιδια χρονιά γίνεται μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του. Έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1948-1952 εξορίστηκε σε διάφορα νησιά. Συγκεκριμένα συλλαμβάνεται τον Ιούλιο του 1948 και εξορίζεται στη Λήμνο, κατόπιν στη Μακρόνησο (Μάης 1949) και το 1950 στον Άι Στράτη. Μετά την απελευθέρωσή του τον Αύγουστο του 1952 έρχεται στην Αθήνα και προσχωρεί στην ΕΔΑ. Το 1956 τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Το 1967 εξορίζεται στη Γυάρο, Λέρο και Σάμο (κατ’οίκον περιορισμός) ως το 1970. Το 1968 στέλνει κρυφά στη Γαλλία το «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» και τα «Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», που τα μελοποιεί ο Θεοδωράκης ,ο οποίος βρίσκεται στη Γαλλία και τα παρουσιάζει σε συναυλίες. Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νομπέλ. Συμμετέχει στις διαδηλώσεις οικοδόμων και φοιτητών στο Πολυτεχνείο, για το οποίο γράφει «Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο, κ’η φωνή τους ακόμα Αδέλφια, Αδέλφια...»(Το σώμα και το αίμα). Το 1975 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1977 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν.
Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ Άδικο πολέμα! Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου! Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.
Κι άμα θα σπάσουν οι αλυσίδες τ’ αδερφού, η λεφτεριά η δικιά του θα ναι λεφτεριά σου, κι ανάγκη πια δε θα χεις κανενός Θεού.
Κώστας Βάρναλης, Ποιητικά
O Κώστας Βάρναλης (14/2/1884-16/12/1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις.
Γεννήθηκε στον Πύργο Ανατολικής Ρωμυλίας σημερινό Μπουργκάς της Βουλγαρίας, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το επίθετό του, αν όχι καλλιτεχνικό δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες. Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία όπου και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Μπουργκάς σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και στη συνέχεια στην Αμαλιάδα και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού. Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής. Τότε προσχώρησε στον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Καρπός αυτής της στροφής στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής. Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα. Το 1924 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού. Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ως μέλος του ΕΑΜ. Tο 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄. Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Κάποτε επί χούντας -θυμόταν η Ελλη Αλεξίου- τον είχαν καλέσει στην Αστυνομία. Κι η πρώτη ερώτηση στην εξέταση που του έκαναν ήταν: «Πού διαμένετε;». Και η απάντηση: «Αφού δεν ξέρετε, πώς ήρθατε και με βρήκατε;». Κι όταν πάλι -σε παρόμοια περίπτωση- είχε ερωτηθεί: «Ποιο είναι το πολιτικό σας πιστεύω;» ο Βάρναλης δεν δίστασε -δεν δίστασε ποτέ- κι είπε: «Πολύ ανιαροί είσθε. Ολο τα ίδια ρωτάτε. Σας το 'πα μια φορά και φθάνει: είμαι κομμουνιστής».
Πάνε αρκετά χρόνια που το πρόσεξα. Άνοιγα την τηλεόραση και έβλεπα μπροστά μου στριπτιζέζ με στρινγκ να μιλούν για το ποιος ήταν ο καλύτερος τρόπος να χορεύεις γύρω από έναν άντρα ώστε να τον κάνεις να φτάσει σε οργασμό. Καθώς έκανα ζάπινγκ έπεφτα πάνω σε κοριτσάκια με ελάχιστα ρούχα,εφαρμοστά, να πηδάνε πάνω κάτω σε τραμπολίνο.Η Μπρίτνει Σπίαρς γινόταν όλο και πιο δημοφιλής, με όλο και πιο δημοφιλής, με όλο και λιγότερα ρούχα,και απέκτησα τόση οικειότητα με το κυματιστό σώμα της ώστε να μου φαίνεται ότι κάποτε έκανα παρέα μαζί της.
Οι Άγγελοι του Τσάρλι,κινηματογραφική εκδοχή της αρχικά τηλεοπτικής εκπομπής για νεαρά κορίτσια,ήταν η πρώτη του είδους το 2000 και σημείωσε κέρδη 125εκ. δολάρια στους αμερικάνικους κινηματογράφους ενισχύοντας το ενδιαφέρον ανδρών και γυναικών για τον αγώνα της γάμπας κατά του εγκλήματος.Οι σταρ, οι οποίες μιλούσαν διαρκώς για "δυνατές γυναίκες" και για "απόκτηση ισχύος", ήταν ντυμένες σε διάφορα στυλ του σοφτ πορνό- σαν αφέντρες,σα Χάιντι που τραγουδούσαν τιρολέζικα τραγούδια φορώντας αλπικά κορμάκια.(Η καλοκαιρινή σειρά του 2003- στην οποία η επικίνδυνη αποστολή απαιτούσε από τους Άγγελους να υποδυθούν τις στριπτιζέζ- απέφερε 100εκ. δολάρια επιπλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες.) Στη βιομηχανία όπου εργαζόμουν, δηλαδή στον περιοδικό τύπο, ένα νέο είδος πορνό περιοδικών που λεγόταν Lad Mag, που κάλυπταν τίτλους όπως Maxim,FHM, και Stuff, μόλις ξεκινούσε και γνώριζε τεράστια επιτυχία, προσφέροντας αυτό που το Playboy δεν είχε καταφέρει παρά μόνο περιστασιακά να πιάσει: καλογυαλισμένες διασημότητες να ποζάρουν στο πάτωμα ανάμεσα σε ελάχιστα κομμάτια ύφασμα.
Το πράγμα δεν σταματούσε όταν έκλεινα το ραδιόφωνο,την τηλεόραση ή το περιοδικό.Κατηφόριζα το δρόμο κι έβλεπα έφηβες και νεαρές γυναίκες -μερικές φορές και κάποια έξαλλη πενηντάρα- με τζιν τόσο χαμηλοκάβαλο που άφηνε σε κοινή θέα αυτό που ονομάζεται σχισμή του κώλου,συνδυασμένο με μικροσκοπικά τοπάκια τα οποία επιδείκνυαν τα ενθέματα σιλικόνης του στήθους και τους αφαλούς με πίρσινγκ. Μερικές φορές, στην περίπτωση που το γενικό μήνυμα του ντυσίματος ήταν υπερβολικά εκλεπτυσμένο, τα μπλουζάκια θα είχαν πάνω τους το κουνελάκι του Playboy ή θα έγραφαν ΠΟΡΝΟΣΤΑΡ διαγωνίως στο στήθος.
Στην κοινωνική ζωή μου συνέβαιναν επίσης περίεργα πράγματα. Άτομα που γνώριζα (γυναίκες) ευχαριστιόνταν να πηγαίνουν σε στριπτιζάδικα (με γυναίκες στριπτιζέζ). Ήταν σέξι κι είχε πλάκα έλεγαν,ήταν απελευθερωτικό κι επαναστατικό.Η καλύτερη φίλη μου από το πανεπιστήμιο, που κάποτε συμμετείχε σε όλες τις διαδηλώσεις γυναικών στον πανεπιστημιακό χώρο με το σύνθημα "η νύχτα είναι δική μας" (Take back the αnight,παγκόσμια εκδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στο βιασμό και άλλες μορφές βίας κατά των γυναικών) τώρα ήταν μαγεμένη από τις σταρ του πορνό.Μου τις έδειχνε με το δάχτυλο στο βίντεο-κλιπ και παρακολουθούσε τις (γυμνόστηθες) συνεντεύξεις τους στην εκπομπή του Howard Stern.Όσο για μένα,δεν πήγαινα σε στριπτιζάδικα ούτε αγόραζα μπλουζάκια Hustler, και παρ'όλα αυτά άρχιζα να υφίσταμαι την επίδραση όλων αυτών των πραγμάτων. Δεν είχαν περάσει παρά μόνο λίγα χρόνια αφότου είχα αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο Ουέσλιαν, ένα χώρο όπου αν πρόφερες τη λέξη "κορίτσι" αντί για "γυναίκα" κινδύνευες να αποβληθείς, κι όμως κάπου στο μεταξύ είχα αρχίσει να λέω κι εγώ "γκόμενα".Κι όπως οι περισσότερες γκόμενες που ήξερα έτσι κι εγώ φορούσα πια στρινγκ.
Τι συνέβαινε;Η μητέρα μου,που είχε ως δουλειά το μασάζ σιάτσου και μετείχε εδώ και 24 χρόνια στις εβδομαδιαίες συναντήσεις γυναικείων ομάδων συνειδητοποίησης, δεν μακιγιαριζόταν. Ο πατέρας μου,τον οποίο είχε γνωρίσει τη δεκαετία του 60 ως ριζοσπάστη φοιτητή στο πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν στο Μάντισον, ήταν σύμβουλος στη NARAL (Οργάνωση στις ΗΠΑ για το δικαίωμα στην έκτρωση) και στη NOW (μείζων φεμινιστική οργάνωση).Δεν είχαν περάσει παρά μόνο τριάντα χρόνια (δηλαδή όσο η ζωή μου) απ'όταν οι μητέρες μας "έκαιγαν τα σουτιέν τους" και καταδίκαζαν το Playboy, και ξαφνικά εμείς πάμε και βάζουμε αυξητικά ενθέματα και φοράμε ρούχα με το κουνελάκι,ως υποτιθέμενα σύμβολα της απελευθέρωσής μας.Πώς πέτυχε ο πολιτισμός μια τόσο ριζική μεταβολή σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα;
Αυτό που ήταν μάλλον πιο αξιοπερίεργο κι από την ίδια την αλλαγή ήταν οι απαντήσεις που έπαιρνα όταν ξεκίνησα να κάνω συνεντεύξεις με άντρες και -συχνά- με γυναίκες που είναι εκδότες περιοδικών όπως το Maxim και κάνουν τηλεοπτικά προγράμμα όπως το The Man Show και το Girls Gone Wild. Αυτή η καινούρια κουλτούρα του ξέκωλου δεν σηματοδοτούσε το θάνατο του φεμινισμού, μου έλεγαν.Ήταν η απόδειξη πως ό,τι είχε σχεδιάσει ο φεμινισμός είχε ήδη επιτευχθεί. Είχαμε κερδίσει το δικαίωμα να χαζεύουμε το Playboy.Είχαμε δυναμώσει τόσο ώστε να κάνουμε αποτρίχωση στο μπικίνι.Οι γυναίκες είχαν προχωρήσει τόσο πολύ,,ώστε να μην υπάρχει πια λόγος να ανησυχούμε για την αντικειμενοποίηση ή το μισογυνισμό. Αντίθετα,ήταν καιρός πια να πάρουμε μέρος στο μεγάλο πάρτι του αδελφάτου της ποπ κουλτούρας που οι άντρες ανέκαθεν απολάμβαναν. Αν οι Φαλλοκράτες ήταν άντρες που έβλεπαν τις γυναίκες σαν κομμάτια κρέας,εμείς θα τους ξεπερνούσαμε και θα ήμασταν οι Θηλυκές Φαλλοκράτισσες,δηλαδή γυναίκες που μετατρέπουμε τις άλλες γυναίκες αλλά και τους εαυτούς μας σε σεξουαλικά αντικείμενα.
Όταν ρώτησα γυναίκες θεατές και αναγνώστριες πώς καταλάβαιναν την κουλτούρα του ξέκωλου,άκουσα παρόμοια πράγματα που μιλούσαν για μίνι φούστες που σε δυνάμωναν,για στριπτιζέζ που ήταν φεμινίστριες και άλλα συναφή,άκουσα όμως και κάτι ακόμη.Ήθελαν να είναι σαν "αυτούς τους τύπους",έλπιζαν η καθεμιά να έχει εμπειρία "σαν άντρας".Το να πηγαίνουν σε στριπτιζάδικα ή να μιλάνε για πορνοστάρ ήταν ένας τρόπος να δείχνουν στους εαυτούς τους και στους άντρες γύρω ότι αυτές δεν ήταν "σεμνότυφα γυναικάκια" ή "γλυκές γατούλες".Επιπλέον,μου είπαν,όλα αυτά ήταν ένα παιχνίδι,μια καλυμμένη ειρωνεία,και θα ήταν απαρχαιωμένο και κρυόκωλο από την πλευρά μου να θεωρήσω όλο αυτό το όργιο προβληματικό.
Προσπάθησα να συντονιστώ με αυτό το πρόγραμμα, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να χωρέσει στο μυαλό μου.Πώς μπορεί η αναβίωση όλων των στερεοτύπων για τη γυναικεία σεξουαλικότητα,που πάσχιζε ο φεμινισμός να διώξει,να είναι κάτι καλό για τις γυναίκες;Γιατί το να μοχθείς να μοιάσεις στην Πάμελα Άντερσον σε κάνει δυνατή; Και με ποιο τρόπο το να μιμηθούμε μια στριπτιζέζ ή μια πορνοστάρ -μια γυναίκα της οποίας το επάγγελμα είναι πάνω απ'όλα να προσποιείται τη διέγερση- θα μας κάνει σεξουαλικά απελευθερωμένες;
Παρ'όλη την άνοδο της ισχύος του ευαγγελικού χριστιανισμού και της δεξιάς πολιτικής στις ΗΠΑ, αυτή η τάση γινόταν όλο και πιο ακραία,όλο και πιο διάχυτη από την πρώτη φορά που τη συνειδητοποίησα. Μια χτυπητή, γελοιογραφική, απόδοση της γυναικείας σεξουαλικότητας έχει γίνει πανταχού παρούσα, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη φαίνεται πλέον ως κάτι ιδιαίτερο. Αυτό που κάποτε θεωρούσαμε ένα είδος σεξουαλικότητας, τώρα το βλέπουμε ως σεξουαλικότητα. Όπως είπε η Τρέισι Λορντς, μια πρώην σταρ ταινιών για ενήλικες, σε δημοσιογράφο λίγες μέρες πριν το βιβλίο με τα απομνημονεύματα της φτάσει στην κορυφή της λίστας των μπεστ-σέλερ, το 2003: "Όταν εγώ έπαιζα σε πορνό ήταν σα να βρίσκεσαι σε κάποιον κακόφημο δρόμο. Τώρα το βρίσκεις παντού". Τα θεάματα με γυμνές γυναίκες έχουν μεταφερθεί από τα σκοτεινά σοκάκια στην κεντρική σκηνή, όπου ο καθένας -άντρες και γυναίκες- μπορούν να τις παρακολουθήσουν στο άπλετο φως της μέρας. "Μέσα σ'έναν μεταφεμινιστικό κόσμο, οι νεαρές γυναίκες έχουν κατά έναν παράξενο τρόπο αγκαλιάσει το Playboy και παρόμοια περιοδικά", για να το πούμε με τα λόγια του Χιου Χέφνερ.
Αλλά το ότι είμαστε μετά δε σημαίνει από μόνο του αυτομάτως ότι είμαστε και φεμινίστριες. Υπάρχει μια διάχυτη βεβαιότητα ότι, επειδή η δική μου γενιά γυναικών είχε απλώς την καλή τύχη να ζήσει σ'έναν κόσμο που τον άγγιξε το φεμινιστικό κίνημα, αυτό σημαίνει πως ό,τι κάνουμε είναι μ'έναν μαγικό τρόπο συντονισμένο με τους στόχους του. Αλλά δεν είναι έτσι. "Ξέκωλες" και "απελευθερωμένες" δεν είναι συνώνυμα. Αξίζει τον κόπο να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας αν όλος αυτός ο χυδαίος κόσμος από βυζιά και γλουτούς που αναβιώσαμε αντανακλά την πορεία που έχουμε διανύσει ή αν δείχνει πόσο δρόμο έχουμε ακόμα μπροστά μας.
Άρθρο (μετέπειτα εισαγωγή στο ομώνυμο βιβλίο) της Ariel Levy, 2005, "Female Chauvinist Pigs"
Η Ariel Levy γεννήθηκε το 1974 στη Νέα Υόρκη. Γράφει στο περιοδικό The New Yorker και έχει συνεργαστεί επίσης με το περιοδικό New York. Τα θέματα που την ενδιαφέρουν είναι η χρήση ουσιών, οι ρόλοι των φύλων, η λεσβιακή κουλτούρα και η λαϊκή κουλτούρα στις ΗΠΑ.