Οι καταπιεστές προετοιμάζουν τα επόμενα δέκα χιλιάδες χρόνια.
Η βία διαβεβαιώνει: έτσι όπως είναι η κατάσταση, έτσι θα μείνει.
Καμιά φωνή δεν ακούγεται, πέρα από τη φωνή του εξουσιαστή.
Και στις αγορές φωνάζει η εκμετάλλευση: τώρα μόλις αρχίζω.
Αλλά πολλοί από τους καταπιεζόμενους λένε τώρα:
Αυτό που εμείς θέλουμε δεν θα γίνει ποτέ.
Εσύ που ακόμα ζεις, μην πεις: ποτέ!
Το σίγουρο δεν είναι σίγουρο.
Έτσι όπως είναι η κατάσταση δεν θα μείνει.
Αν μιλήσουν οι εξουσιαστές
θα μιλήσουν οι εξουσιαζόμενοι.
Ποιος τολμά να πει: ποτέ;
Από ποιόν εξαρτάται αν η καταπίεση μένει; Από εμάς.
Από ποιόν εξαρτάται αν θα τσακιστεί; Επίσης από εμάς.
Εκείνος που έπεσε, στέκεται πάλι όρθιος.
Εκείνος που έχασε, παλεύει!
Εκείνος που συνειδητοποίησε τη θέση του, πως τον κρατάς τώρα;
Επειδή οι σημερινοί νικημένοι είναι οι αυριανοί νικητές
Και από το πότε θα γίνει: Σήμερα κιόλας!
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ (γενν. Eugen Berthold Friedrich Brecht, 10/2/1898 - 14/8/1956) ήταν Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής του 20ού αιώνα. Θεωρείται ο πατέρας του "επικού θεάτρου" (Episches Theater) στη Γερμανία. Τα έργα του χαρακτηρίζονταν αρχικά από πνεύμα καταδίκης του πολέμου και του μιλιταρισμού, ενώ στη συνέχεια παρατηρείται μια αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του, που εμπνέεται από τη μαρξιστική φιλοσοφία. Σημαντική ώθηση στη σχέση του με την εργατική τάξη και το κίνημά της έδωσε η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία. Η προσαρμογή της Όπερας των ζητιάνων του Τζον Γκέι με το όνομα Η Όπερα της Πεντάρας (Die Dreigroschenoper, 1928) σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική του Κουρτ Βάιλ προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή, ο Μπρεχτ στηλίτευε την καθώς πρέπει βερολινέζικη αστική τάξη που πρόσαπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής.
Ο Μπρεχτ άρχισε την καριέρα του ως δραματουργός με μια σειρά πειραματισμούς, επηρεασμένος από τις εξπρεσιονιστικές τεχνικές, όπως στο έργο του Βάαλ (Baal, 1918). Με το αντιπολεμικό έργο του Ταμπούρλα μες τη Νύχτα (1922) κερδίζει το Βραβείο Κλάιστ (Kleist Prize). Ήταν θαυμαστής του Φρανκ Βέντεκιντ κι επηρεάστηκε σημαντικά από το κινεζικό και το ρωσικό θέατρο. Το "διδακτικό" και "ανθρωπιστικό" θέατρο που για χρόνια υπηρέτησε ο Μπρεχτ απηχεί τη μαρξιστική ιδεολογία του.
Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε. Έζησε πρώτα στη Δανία και τη Φινλανδία και μετά στις ΗΠΑ καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στη Μόσχα εξέδωσε σε συνεργασία με άλλους Γερμανούς συγγραφείς το περιοδικό Η Λέξη (Das Wort). Στην Αμερική, όπου έζησε το κύριο μέρος της ζωής του, δέχθηκε έντονες διώξεις από το Μακαρθικό καθεστώς.
Το 1944 γράφει το έργο Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής, μια άτεγκτη κριτική της ζωής στη Γερμανία υπό το καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού. Η παγκοσμιότητα του έργου του αναγνωρίστηκε ευρέως μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τα έργα του κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια, καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Έτσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο, αλλά τώρα προβάλλονται και τιμώνται περισσότερο παρά ποτέ.
Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1949, ο Μπρεχτ αφιερώνεται στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΓΔ το 1951 και με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη το 1954.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (10/3/1925 – 23/6/2005) ήταν ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε ιατρική. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στην ΕΠΟΝ. Κατά τη διετία 1943-1944 ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού "Ξεκίνημα", που ανήκε στον εκπολιτιστικό όμιλο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είχε έντονη πολιτική δράση στο φοιτητικό κίνημα, για την οποία φυλακίστηκε το 1948, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο. Βγήκε από τη φυλακή με την γενική αμνηστία το 1951. Την περίοδο 1955-1956 ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη και κατόπιν άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη, ενώ το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Δημοσίευσε κείμενά του για πρώτη φορά στο περιοδικό Πειραϊκά Γράμματα (1942) και αργότερα στο φοιτητικό περιοδικό Ξεκίνημα (1944), του οποίου υπήρξε και αρχισυντάκτης για μία περίοδο. Ποιήματά του, καθώς και κριτικές δημοσιεύτηκαν αργότερα σε αρκετά περιοδικά. Την περίοδο 1959-1961 εξέδιδε το περιοδικό Κριτική, ενώ υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του περιοδικού Η Συνέχεια (1973). Το 1986 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος και ο Μιχάλης Γρηγορίου έχουν μελοποιήσει αρκετά ποιήματά του, ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά. Η μη ύπαρξη – ο θάνατος – απασχολεί τον ποιητή από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στο λογοτεχνικό χώρο. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά; “Ο θάνατος μπαινοβγαίνει διαρκώς σ’ ολόκληρη την ύπαρξή του, μέσα από τις τρύπες που άνοιγαν οι σφαίρες των αποσπασμάτων στα διάτρητα σώματα των συντρόφων του”. Πόλεμος. Κατοχή. Εμφύλιος. Απώλειες φίλων. Η καταδίκη του ίδιου εις θάνατον. Είναι μερικά από τα γεγονότα που συνθέτουν το τοπίο μέσα στο οποίο ξεκινά και εξελίσσεται η πνευματική του δραστηριότητα. […] Σε φόντο σελίδων. Με πένθιμο χρώμα. […]Νόμισα πως θα πνιγόμουνα! […] Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σαμ Ντέυλαν “Είναι αργά” μου είπε κάποτε “θα ‘πρεπε πια να πηγαίνουμε. Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε […] “Ήταν ένας τρόπος για να εκφραστώ” λέει ο ίδιος για την ενασχόληση του με την ποιητική. […] "Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας". “Ο Αναγνωστάκης”, γράφει ο Γιώργος Καφταντζής το 1955, “τοποθέτησε στη βιτρίνα της νέας μας ποίησης ένα καινούριο μπουκαλάκι με άγνωστο δηλητήριο. Μα αν έλειπε δε θα ‘ξερε κανείς πως η ζωή μας αυτούς τους καιρούς είχε την κατρακύλα της. Είναι για την ελληνική τέχνη ότι ο πόνος για το κορμί το ανθρώπινο. Προειδοποιεί τον κίνδυνο.”.
Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγά, μας κυνηγάει
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
Γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
Γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα
Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος
Πιο κοντά, πιο κοντά μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους
Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν
απ' τη βροχή και την απόσταση
Η ανάσα τους ειν' ο καπνός ενός τραίνου
που πάει μακριά, πολύ μακριά
που πάει μακριά, πολύ μακριά
Κουβεντιάζουν και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας
γίνεται σαν μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της κι ακούει
Πιο κοντά, πιο κοντά μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους
Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγά, μας κυνηγάει
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
Γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
Γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα
Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος
Πιο κοντά, πιο κοντά μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους
Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης (η παρούσα Μαρίας Δημητριάδη)
Ο Χρήστος Λεοντής (Ηράκλειο 11/5/1940) είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Δημιουργός μιας πλούσιας δισκογραφίας, έχει επίσης γράψει μουσική για τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και κυρίως για το θέατρο.
Η Μαρία Δημητριάδη (1951 - 7/1/2009) υπήρξε ερμηνεύτρια που συνδέθηκε από νωρίς με το πολιτικό τραγούδι. Επιχείρησε αρκετές φορές στην καριέρα της και την ερμηνεία λυρικότερων στίχων. Ήταν βασική ερμηνεύτρια των τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη και του Θάνου Μικρούτσικου. Ήταν από τις πρώτες τραγουδίστριες του Γιάννη Μαρκόπουλου.
Ο Γιάννης Ρίτσος (1/5/1909 - 11/11/1990) ήταν ποιητής. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν το έργο του. Το 1921 άρχισε να συνεργάζεται με τη «Διάπλαση των Παίδων». Το 1934 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Τρακτέρ», ενώ ξεκίνησε να δημοσιεύει στο «Ριζοσπάστη» τη στήλη «Γράμματα για το Μέτωπο». Την ιδια χρονιά γίνεται μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του. Έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1948-1952 εξορίστηκε σε διάφορα νησιά. Συγκεκριμένα συλλαμβάνεται τον Ιούλιο του 1948 και εξορίζεται στη Λήμνο, κατόπιν στη Μακρόνησο (Μάης 1949) και το 1950 στον Άι Στράτη. Μετά την απελευθέρωσή του τον Αύγουστο του 1952 έρχεται στην Αθήνα και προσχωρεί στην ΕΔΑ. Το 1956 τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Το 1967 εξορίζεται στη Γυάρο, Λέρο και Σάμο (κατ’οίκον περιορισμός) ως το 1970. Το 1968 στέλνει κρυφά στη Γαλλία το «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» και τα «Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», που τα μελοποιεί ο Θεοδωράκης ,ο οποίος βρίσκεται στη Γαλλία και τα παρουσιάζει σε συναυλίες. Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νομπέλ. Συμμετέχει στις διαδηλώσεις οικοδόμων και φοιτητών στο Πολυτεχνείο, για το οποίο γράφει «Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο, κ’η φωνή τους ακόμα Αδέλφια, Αδέλφια...»(Το σώμα και το αίμα). Το 1975 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1977 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (10/3/1925 – 23/6/2005) ήταν ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε ιατρική. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στην ΕΠΟΝ. Κατά τη διετία 1943-1944 ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού "Ξεκίνημα", που ανήκε στον εκπολιτιστικό όμιλο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είχε έντονη πολιτική δράση στο φοιτητικό κίνημα, για την οποία φυλακίστηκε το 1948, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο. Βγήκε από τη φυλακή με την γενική αμνηστία το 1951. Την περίοδο 1955-1956 ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη και κατόπιν άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη, ενώ το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Δημοσίευσε κείμενά του για πρώτη φορά στο περιοδικό Πειραϊκά Γράμματα (1942) και αργότερα στο φοιτητικό περιοδικό Ξεκίνημα (1944), του οποίου υπήρξε και αρχισυντάκτης για μία περίοδο. Ποιήματά του, καθώς και κριτικές δημοσιεύτηκαν αργότερα σε αρκετά περιοδικά. Την περίοδο 1959-1961 εξέδιδε το περιοδικό Κριτική, ενώ υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του περιοδικού Η Συνέχεια (1973). Το 1986 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος και ο Μιχάλης Γρηγορίου έχουν μελοποιήσει αρκετά ποιήματά του, ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά. Η μη ύπαρξη – ο θάνατος – απασχολεί τον ποιητή από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στο λογοτεχνικό χώρο. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά; “Ο θάνατος μπαινοβγαίνει διαρκώς σ’ ολόκληρη την ύπαρξή του, μέσα από τις τρύπες που άνοιγαν οι σφαίρες των αποσπασμάτων στα διάτρητα σώματα των συντρόφων του”. Πόλεμος. Κατοχή. Εμφύλιος. Απώλειες φίλων. Η καταδίκη του ίδιου εις θάνατον. Είναι μερικά από τα γεγονότα που συνθέτουν το τοπίο μέσα στο οποίο ξεκινά και εξελίσσεται η πνευματική του δραστηριότητα. […] Σε φόντο σελίδων. Με πένθιμο χρώμα. […]Νόμισα πως θα πνιγόμουνα! […] Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σαμ Ντέυλαν “Είναι αργά” μου είπε κάποτε “θα ‘πρεπε πια να πηγαίνουμε. Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε […] “Ήταν ένας τρόπος για να εκφραστώ” λέει ο ίδιος για την ενασχόληση του με την ποιητική. […] "Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας". “Ο Αναγνωστάκης”, γράφει ο Γιώργος Καφταντζής το 1955, “τοποθέτησε στη βιτρίνα της νέας μας ποίησης ένα καινούριο μπουκαλάκι με άγνωστο δηλητήριο. Μα αν έλειπε δε θα ‘ξερε κανείς πως η ζωή μας αυτούς τους καιρούς είχε την κατρακύλα της. Είναι για την ελληνική τέχνη ότι ο πόνος για το κορμί το ανθρώπινο. Προειδοποιεί τον κίνδυνο.”.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (10/3/1925 – 23/6/2005) ήταν ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε ιατρική. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στην ΕΠΟΝ. Κατά τη διετία 1943-1944 ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού "Ξεκίνημα", που ανήκε στον εκπολιτιστικό όμιλο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είχε έντονη πολιτική δράση στο φοιτητικό κίνημα, για την οποία φυλακίστηκε το 1948, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο. Βγήκε από τη φυλακή με την γενική αμνηστία το 1951.
Την περίοδο 1955-1956 ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη και κατόπιν άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη, ενώ το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Δημοσίευσε κείμενά του για πρώτη φορά στο περιοδικό Πειραϊκά Γράμματα (1942) και αργότερα στο φοιτητικό περιοδικό Ξεκίνημα (1944), του οποίου υπήρξε και αρχισυντάκτης για μία περίοδο. Ποιήματά του, καθώς και κριτικές δημοσιεύτηκαν αργότερα σε αρκετά περιοδικά. Την περίοδο 1959-1961 εξέδιδε το περιοδικό Κριτική, ενώ υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του περιοδικού Η Συνέχεια (1973).
Το 1986 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος και ο Μιχάλης Γρηγορίου έχουν μελοποιήσει αρκετά ποιήματά του, ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά.
Η μη ύπαρξη – ο θάνατος – απασχολεί τον ποιητή από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στο λογοτεχνικό χώρο. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά; “Ο θάνατος μπαινοβγαίνει διαρκώς σ’ ολόκληρη την ύπαρξή του, μέσα από τις τρύπες που άνοιγαν οι σφαίρες των αποσπασμάτων στα διάτρητα σώματα των συντρόφων του”. Πόλεμος. Κατοχή. Εμφύλιος. Απώλειες φίλων. Η καταδίκη του ίδιου εις θάνατον. Είναι μερικά από τα γεγονότα που συνθέτουν το τοπίο μέσα στο οποίο ξεκινά και εξελίσσεται η πνευματική του δραστηριότητα. […] Σε φόντο σελίδων. Με πένθιμο χρώμα. […]Νόμισα πως θα πνιγόμουνα! […] Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σαμ Ντέυλαν “Είναι αργά” μου είπε κάποτε “θα ‘πρεπε πια να πηγαίνουμε. Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε […]
“Ήταν ένας τρόπος για να εκφραστώ” λέει ο ίδιος για την ενασχόληση του με την ποιητική. […] "Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας".
“Ο Αναγνωστάκης”, γράφει ο Γιώργος Καφταντζής το 1955, “τοποθέτησε στη βιτρίνα της νέας μας ποίησης ένα καινούριο μπουκαλάκι με άγνωστο δηλητήριο. Μα αν έλειπε δε θα ‘ξερε κανείς πως η ζωή μας αυτούς τους καιρούς είχε την κατρακύλα της. Είναι για την ελληνική τέχνη ότι ο πόνος για το κορμί το ανθρώπινο. Προειδοποιεί τον κίνδυνο.”.
Η Μαρία Δημητριάδη (1951 - 7/1/2009) υπήρξε ερμηνεύτρια που συνδέθηκε από νωρίς με το πολιτικό τραγούδι. Επιχείρησε αρκετές φορές στην καριέρα της και την ερμηνεία λυρικότερων στίχων. Ήταν βασική ερμηνεύτρια των τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη και του Θάνου Μικρούτσικου. Ήταν από τις πρώτες τραγουδίστριες του Γιάννη Μαρκόπουλου.
Ο Θάνος Μικρούτσικος (1947) είναι Έλληνας συνθέτης, μουσικός. Άρχισε να συνθέτει στα τέλη της δεκαετίας του '60, αλλά επίσημα εμφανίστηκε το 1975, με το δίσκο Πολιτικά τραγούδια. Συνέχισε την πορεία του ως στρατευμένος δημιουργός μελοποιώντας Ρίτσο, Μαγιακόφσκι, Μάνο Ελευθερίου, Μπρεχτ και άλλους. Οι δίσκοι του Καντάτα για τη Μακρόνησο, Φουέντε Οβεχούνα, Τροπάρια για Φονιάδες, Μουσική πράξη στον Μπρεχτ, είναι χαρακτηριστικοί του κλίματος της μεταπολίτευσης της περιόδου 1975-78. Ειδικά η Καντάτα για τη Μακρόνησο, έργο πρωτοποριακό για την εποχή του, όπου ο συνθέτης πειραματίζεται πάνω στην ατονική μουσική, γνώρισε διακρίσεις σε διεθνή φεστιβάλ και σημαδεύτηκε από την καταπληκτική ερμηνεία της Μαρίας Δημητριάδη. Στη συνέχεια, με τον δίσκο Σταυρός Του Νότου, σε ποίηση Νίκου Καββαδία, ανοίχτηκε σε ευρύτερη τραγουδιστική θεματική, υπηρετώντας παράλληλα το θέατρο, καθώς και την ηλεκτρονική και ατονική μουσική. Με την ίδια αγάπη πάντα για τον έμμετρο λόγο συνεχίζει να μελοποιεί Ρίτσο, Αλκαίο, Τριπολίτη, Βιγιόν, Καβάφη και άλλους. Ακόμα, έχει παρουσιάσει την όπερα Ελένη και έχει μελοποιήσει παραμύθια.
Ο Φώντας Λάδης (1943) είναι συγγραφέας, ποιητής και δημοσιογράφος. Έχει συγγράψει εικοσιδύο βιβλία, μεταξύ των οποίων νουβέλες, ποίηση, παιδική λογοτεχνία, ταξιδιωτικά βιβλία, πολιτικά και ιστορικά δοκίμια. Τα ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, όπως και από πολλούς άλλους Έλληνες συνθέτες. Έχει γράψει άρθρα και στήλες για τον ελληνικό και ξένο τύπο, επιπρόσθετα με την δουλειά του ως συντάκτης για πολλές καθημερινές αθηναϊκές εφημερίδες. Έχει ζήσει και δουλέψει στο εξωτερικό για πολλά χρόνια και έχει βραβευθεί σε ένα διεθνή διαγωνισμό συγγραφής θεατρικών έργων στο Ρίμινι της Ιταλίας. Είναι μέλος της Ελληνικής Ένωσης Συντακτών και της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών. Είναι ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της μη κερδοσκοπικής εταιρείας ιστορικής έρευνας και διατήρησης, Μνήμες.
Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ (γενν. Eugen Berthold Friedrich Brecht, 10/2/1898 - 14/8/1956) ήταν Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής του 20ού αιώνα. Θεωρείται ο πατέρας του "επικού θεάτρου" (Episches Theater) στη Γερμανία. Τα έργα του χαρακτηρίζονταν αρχικά από πνεύμα καταδίκης του πολέμου και του μιλιταρισμού, ενώ στη συνέχεια παρατηρείται μια αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του, που εμπνέεται από τη μαρξιστική φιλοσοφία. Σημαντική ώθηση στη σχέση του με την εργατική τάξη και το κίνημά της έδωσε η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία. Η προσαρμογή της Όπερας των ζητιάνων του Τζον Γκέι με το όνομα Η Όπερα της Πεντάρας (Die Dreigroschenoper, 1928) σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική του Κουρτ Βάιλ προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή, ο Μπρεχτ στηλίτευε την καθώς πρέπει βερολινέζικη αστική τάξη που πρόσαπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής. Ο Μπρεχτ άρχισε την καριέρα του ως δραματουργός με μια σειρά πειραματισμούς, επηρεασμένος από τις εξπρεσιονιστικές τεχνικές, όπως στο έργο του Βάαλ (Baal, 1918). Με το αντιπολεμικό έργο του Ταμπούρλα μες τη Νύχτα (1922) κερδίζει το Βραβείο Κλάιστ (Kleist Prize). Ήταν θαυμαστής του Φρανκ Βέντεκιντ κι επηρεάστηκε σημαντικά από το κινεζικό και το ρωσικό θέατρο. Το "διδακτικό" και "ανθρωπιστικό" θέατρο που για χρόνια υπηρέτησε ο Μπρεχτ απηχεί τη μαρξιστική ιδεολογία του. Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε. Έζησε πρώτα στη Δανία και τη Φινλανδία και μετά στις ΗΠΑ καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στη Μόσχα εξέδωσε σε συνεργασία με άλλους Γερμανούς συγγραφείς το περιοδικό Η Λέξη (Das Wort). Στην Αμερική, όπου έζησε το κύριο μέρος της ζωής του, δέχθηκε έντονες διώξεις από το Μακαρθικό καθεστώς. Το 1944 γράφει το έργο Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής, μια άτεγκτη κριτική της ζωής στη Γερμανία υπό το καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού. Η παγκοσμιότητα του έργου του αναγνωρίστηκε ευρέως μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τα έργα του κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια, καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Έτσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο, αλλά τώρα προβάλλονται και τιμώνται περισσότερο παρά ποτέ. Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1949, ο Μπρεχτ αφιερώνεται στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΓΔ το 1951 και με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη το 1954.
ΚΟΙΤΑ! Μέτρα μέχρι το τρία, και τα μάτια άνοιξε μου ξανά, Kαι αν τριγύρω μου όλα είναι ακόμα ίδια και αστεία, για μια ζωή θα τα κρατάω ανοιχτά. Θα μαζεύω κάθε μέρα εμπειρίες οργής και θα γελάω όταν σε κάνω να ουρλιάζεις, Θα πηγαίνω πάντα κόντρα μίας γνώμης κοινής, αφού λεει ότι ακούει και σ’ακούει να βελάζεις. Ψάχνω πάντα αφορμή για μια σύγκρουση ακόμη και προετοιμάζω τις κατάλληλες συνθήκες, Για μια μέρα που θα μοιάζουν τόσο όμορφοι όλοι οι δρόμοι και θα οδηγούνε σε φραγκάτες αποθήκες. Κι όταν νιώσουμε για λίγο τι σημαίνει ζωή, η οργή μας θα’χει αρχίσει να μοιράζει καταδίκες, Μ’ένα όπλο στο κεφάλι και όλοι οι μπράβοι νεκροί, τ’αφήνω όλα στο λαό θα λένε όλες οι διαθήκες. Και όταν έχει υπογραφεί μια διαθήκη σαν και αυτή, η υπομονή μου μοιάζει δύσκολη σα λέξη, Εξαιτίας σου πεινάνε και πεθαίνουν πολλοί και η σκανδάλη μου εκπέμπει μια έλξη. Η σκανδάλη και η σφαίρα είναι γένους θηλυκού κ’έτσι τους έχω μια τρελή αδυναμία, Προσευχήσου για τον οίκτο ενός ψεύτη θεού, ποτέ δεν λεω όχι σε μια ακόμη συνουσία.
ΕΚΔΙΚΗΣΗ! Ξέρεις τι σημαίνει; Μηδαμινή ανταπόδοση για όσα προκαλείς. ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ! Αντίρρηση αρχής, συνεχόμενη επούλωση αιώνιας πληγής. ΑΡΝΗΣΗ! Άρνηση και ΣΚΕΨΗ, μια καχύποπτη στάση για όλα γενικά. ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ! και ΑΝΥΠΑΚΟΗ! Όρεξη καμία για καμιά συνεργασία.
ΑΚΟΥ! Μέτρα μέχρι το τρία κι άσε με να τους ακούσω ξανά,
Όπου να ’ναι θα κληθώ να καταθέσω στοιχεία, θεωρούμαι τρομοκράτης για ό,τι λεω έτσι απλά. Μια ζωή μας εκπαιδεύουν να υπακούμε τυφλά και να σκοτώνουμε εν ψυχρώ για μια πατρίδα πουλημένη, Και όταν κάποιοι τρωνε μπάτσους και χοντρά αφεντικά, αποκαλούνται τρελοί και εγκληματίες διεστραμμένοι. Κάθε μέρα από τη πείνα ξεψυχάνε παιδιά και μ' έχεις μάθει τη δουλειά μου να κοιτάω, Δολοφονούνται όσοι απ’ το στόμα τους κλέβουν τη μπουκιά και σε ξαφνιάζει το χαμόγελο που σκάω. Οι συγγενείς των "θυμάτων" έχουν πει "ως εδώ" μ’ απολαμβάνουνε τα πλούτη μας ακόμη, Οι εργάτες στο λιμάνι έφαγαν ξύλο χοντρό, έτσι και έσκαγαν οι βόμβες θα γελάγαμε ακόμη. Ο πολίτης δεν φοβάται κάθε Ν17, αφού έχει δείξει πως χτυπάει πάντα μόνο εκεί που πρέπει, Φοβάται όμως ακόμα να το πει ανοιχτά, η κρατική τρομοκρατία βλέπεις δεν το επιτρέπει. Ίσως να μη συμφωνώ με αυτό το τρόπο δράσης, ίσως δεν έχω και τ’ αρχίδια να το κάνω, Μα όταν σε βλέπω να καυχιέσαι πως κοντεύεις να τους πιάσεις, πριζώνομαι και κάνω ένα βήμα παραπάνω.
ΕΚΔΙΚΗΣΗ! Ξέρεις τι σημαίνει; Μηδαμινή ανταπόδοση για όσα προκαλείς. ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ! Αντίρρηση αρχής, συνεχόμενη επούλωση αιώνιας πληγής. ΑΡΝΗΣΗ! Άρνηση και ΣΚΕΨΗ, μια καχύποπτη στάση για όλα γενικά. ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ! και ΑΝΥΠΑΚΟΗ! Όρεξη καμία για καμιά συνεργασία.
Έχω ξενερώσει με τη πάρτη σου ρε φίλε και με την ευκολία που το στόμα σου ανοίγεις, Όπως παίρνεις και ψηφίζεις για reality παιχνίδια, έτσι βγαίνεις στον αέρα και όποιον να’ ναι καταδίδεις. Αν υπήρχαν στον εμφύλιο τα μέσα εξημέρωσης, θα'λέγαν πως ο Άρης είναι τρομοκράτης, Δε θα’χε υπάρξει αντάρτικο αφού όπου τους έβλεπες, θά’παιρνες και θά’λεγες μπάτσε έλα να τους πιάσεις. Ίσως να είναι άσχετη η σύνδεση που κάνω μα ούτε’συ γνωρίζεις ποιοι είναι αυτοί που καταδίδεις, Απλά σε κολακεύει να μιλάς του Ευαγγελάτου, απλά ικανοποιείς ένα όνειρο ζωής, Όμοιο και άξιο της μικρότητας που σέρνεις.
ΕΚΔΙΚΗΣΗ! Ξέρεις τι σημαίνει; Μηδαμινή ανταπόδοση για όσα προκαλείς. ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ! Αντίρρηση αρχής, συνεχόμενη επούλωση αιώνιας πληγής. ΑΡΝΗΣΗ! Άρνηση και ΣΚΕΨΗ, μια καχύποπτη στάση για όλα γενικά. ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ! και ΑΝΥΠΑΚΟΗ! Όρεξη καμία για καμιά συνεργασία.
Μεθυσμένα Ξωτικά
Μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά και ξεκίνησαν να παίζουν μαζί το 1998. Τα μέλη του συγκροτήματος είναι: Μπιλίρης Γιάννης, Μουτής Θάνος, Παναγόπουλος Παναγιώτης, Μπουζιώτης Στέλιος, Γλαμπεδάκης Μιχάλης. Έχουν κάνει πολλά live σε πλατείες, σχολεία, σχολές, αυτοδιαχειριζόμενους χώρους. Το 2002 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους demo. Το 2006 συμμετείχαν στη συλλογή "Διατάραξη Κοινής Συνείδησης" ενώ το 2007 κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους ολοκληρωμένο δίσκο ο οποίος περιέχει 6 νέα κομμάτια και 8 παλιότερα τα οποία έχουν ηχογραφηθεί ξανά. Όπως λένε οι ίδιοι τα θέματα που τους απασχολούν είναι κοινωνικοπολιτικά, βγαλμένα μέσα απ'τη ζωή και την καθημερινότητα, ιδωμένα με επιρροές από την αναρχική κουλτούρα.
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος (27/7/1948 - 6/12/1990) ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής. Στη Θεσσαλονίκη νεαρός φοιτητής και μακριά από την οικογένειά του, ξεκίνησε τη μουσική του σταδιοδρομία. Την περίοδο εκείνη ο μουσικός Παντελής Δεληγιαννίδης έπαιζε κιθάρα με τους Olympians. Ο Παύλος τον άκουσε και ενθουσιάστηκε: «Ξεχώριζε ο άνθρωπος, δεν είχε καμία δουλειά με τον Πασχάλη και τους υπόλοιπους» έλεγε σε συνέντευξή του. Τα κοινά ακούσματά τους πολλά -blues, Eric Clapton, Cream, John Mayall κ.ά.- και έχοντας κι ο Παύλος ήδη κάποιες πρώτες συνθέσεις, του πρότεινε να συνεργαστούν. Δημιούργησαν το ντουέτο Δάμων και Φιντίας, κατέβηκαν στην Αθήνα και άμεσα -μέσα στη διετία 1970-1971- ηχογράφησαν τον πρώτο τους μικρό δίσκο 45 στροφών, με τα τραγούδια Ξέσπασμα και Ο κόσμος τους. Συμμετείχαν επίσης -ανάμεσα σε μουσικούς και σχήματα όπως η Δέσποινα Γλέζου, Εξαδάκτυλος, Socrates- στη ζωντανή ηχογράφηση «Ζωντανοί στο Κύτταρο» με τα κομμάτια τους Απογοήτευση και Ο Γέρο-Μαθιός. Είναι η εποχή της μεταπολίτευσης και «η ροκ σκηνή δεν έχει νόημα ύπαρξης πλέον γιατί το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί. Οι περισσότεροι μουσικοί ή φεύγουν έξω ή σιωπούν», όπως αφηγείται ο Σιδηρόπουλος το Σεπτέμβριο του '90 -στην τελευταία συνέντευξή του. Προκειμένου να κάνει ο,τιδήποτε άλλο τότε, δούλεψε για κάποιους μήνες στο εργοστάσιο του πατέρα του, αλλά φαίνεται πως δεν το άντεχε. Κάπου εκεί και μέσα στη δημιουργική απελπισία του, συμφωνεί να συνεργαστεί με το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του μέσω του Π. Ζέρβα, ιδιοκτήτη των κλαμπ Κύτταρο και Ροντέο. Ο Σιδηρόπουλος συνεργάστηκε με το Μαρκόπουλο από το 1974 έως το 1976, ως σατιρικός τραγουδιστής και ηθοποιός. Μετά τις πρώτες πρόβες, ο Παύλος θυμόταν πως «ο Μαρκόπουλος σχεδόν απαγόρεψε στον οποιονδήποτε φίλο του να με πλησιάσει. Με σύστηνε πάντα με χαμόγελο ως ο ροκ επικίνδυνος τρόπος ζωής, αλλά φαίνεται ότι ασκούσα κάποια έλξη απάνω του γι αυτόν ακριβώς τον τροπο της ζωής». Το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου ήταν ότι έγραφε συνεχώς! Σε οποιοδήποτε άδειο χαρτί, απόκομμα, μπλοκ, έστω και σε μισή κενή κόλλα που μπορεί να βρισκόταν μπροστά του, θα αποτύπωνε κάποια σκέψη του, κάποιο συναίσθημα του. Ο Σιδηρόπουλος δεν έγραψε μόνο στίχους, αλλά και ποιήματα, ημιτελή θεατρικά έργα καθώς και κείμενα με πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις. Διάβαζε, ιδιαίτερα ποίηση, αλλά και φιλοσοφία. Συχνά καταπιανόταν με τη συγγραφή διηγημάτων, τα οποία όμως δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Έχει σημασία να αναφέρουμε πόσο καθοριστικές υπήρξαν για τον στιχουργό-ποιητή Παύλο οι επιρροές του από το κίνημα της αμερικανικής beat λογοτεχνίας (κυρίως από τον Allen Ginsebearg, κατά τον ίδιο τον Παύλο), χωρίς ν’ αφήσουμε εκτός, τη λεγόμενη rock subculture με βασικότερο εκφραστή της τον Lou Reed. Δεν έλειπαν ακόμη οι στιχουργικές παραπομπές του Παύλου σε σημαντικούς Έλληνες ποιητές: στον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον «Ποιητή της Ήττας», στο κομμάτι του, «Οι σοβαροί κλόουν» από το Φλου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον Σεφέρη, τον οποίο θεωρούσε ποιητή παγκόσμιας εμβέλειας, τον Οδυσσέα Ελύτη για την ελληνικότητα της γραφής του, τον Τάκη Σινόπουλο, το Νίκο Καρούζο, και από τη νεότερη γενιά τον Γιώργο Χρονά και τον Δημήτρη Βάρο. Επίσης ανέφερε ως συνειδητή επιρροή του τον Διονύση Σαββόπουλο και τη στιχουργική του, επειδή στην ηλικία των 20 ετών ήταν ο μόνος άνθρωπος που εξέφρασε τις υποψίες του για το κοινωνικό περιβάλλον στην Ελλάδα. Ώριμος πια ο Σιδηρόπουλος, το Σεπτέμβριο του 1990 θα πει σε συνέντευξη: «Νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός.». Φράση του Παύλου που μέσα σε δυο αράδες συνοψίζει όλη του την οπτική για αυτό το σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας του. Το φθινόπωρο του 1979, όταν ο Παύλος ήταν 31 ετών, ξεκίνησε η σχέση του με την ηρωίνη. Η καλλιτεχνική του πορεία μετρούσε ήδη εννιά χρόνια και η δημιουργικότητά του, το έργο του και η προσωπικότητά του είχαν για τα καλά αποκαλυφθεί. Στην αρχή ο Παύλος πιστεύει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ότι θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Σύντομα σχετικά αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, κάτι που φαίνεται άλλωστε τόσο στους στίχους των κομματιών του όσο και σε συνεντεύξεις του. Πολλές φορές κάνει προσπάθειες να ξεφύγει, και κατορθώνει για κάποια χρονικά διαστήματα να είναι «καθαρός». Είναι οι περίοδοι που ο Παύλος δημιουργεί ξανά και βάζει στόχους. Δυστυχώς, όμως, παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, που γίνονται κυρίως ατομικά και χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης, τελικά δε θα τα καταφέρει. Την άνοιξη του 1990 χάνει τη μητέρα του, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία, γεγονός που τον καταβάλλει. Λίγους μήνες αργότερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας με το χέρι του και η κακή ψυχολογία του επιδεινώνεται. Παρ’ όλο που η κατάσταση του χεριού του ήταν πολύ σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη, ετοιμάζει με το συγκρότημά του, τους Απροσάρμοστους, τον καινούργιο του δίσκο (πρόκειται για το μεταθανάτιο άλμπουμ Άντε και Καλή Τύχη Μάγκες) και δίνει συναυλίες. Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των Απροσάρμοστων, την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και σε αλλόφρονα κατάσταση τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του από τηλεφώνου. Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη. Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθους συγκλονισμένου και βαθειά θλιμμένου κόσμου που είχε κατακλίσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο. Σήμερα στον Κόκκινο Μύλο υπάρχει οικογενειακός τάφος στον οποίο βρίσκονται ο Παύλος, η μητέρα του και ο πατέρας του, με την προτομή του Παύλου που φιλοτέχνισε η γλύπτρια Δώρα Βουτσινά. http://pavlos-sidiropoulos.gr/
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος (27/7/1948 - 6/12/1990) ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής. Στη Θεσσαλονίκη νεαρός φοιτητής και μακριά από την οικογένειά του, ξεκίνησε τη μουσική του σταδιοδρομία. Την περίοδο εκείνη ο μουσικός Παντελής Δεληγιαννίδης έπαιζε κιθάρα με τους Olympians. Ο Παύλος τον άκουσε και ενθουσιάστηκε: «Ξεχώριζε ο άνθρωπος, δεν είχε καμία δουλειά με τον Πασχάλη και τους υπόλοιπους» έλεγε σε συνέντευξή του. Τα κοινά ακούσματά τους πολλά -blues, Eric Clapton, Cream, John Mayall κ.ά.- και έχοντας κι ο Παύλος ήδη κάποιες πρώτες συνθέσεις, του πρότεινε να συνεργαστούν. Δημιούργησαν το ντουέτο Δάμων και Φιντίας, κατέβηκαν στην Αθήνα και άμεσα -μέσα στη διετία 1970-1971- ηχογράφησαν τον πρώτο τους μικρό δίσκο 45 στροφών, με τα τραγούδια Ξέσπασμα και Ο κόσμος τους. Συμμετείχαν επίσης -ανάμεσα σε μουσικούς και σχήματα όπως η Δέσποινα Γλέζου, Εξαδάκτυλος, Socrates- στη ζωντανή ηχογράφηση «Ζωντανοί στο Κύτταρο» με τα κομμάτια τους Απογοήτευση και Ο Γέρο-Μαθιός. Είναι η εποχή της μεταπολίτευσης και «η ροκ σκηνή δεν έχει νόημα ύπαρξης πλέον γιατί το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί. Οι περισσότεροι μουσικοί ή φεύγουν έξω ή σιωπούν», όπως αφηγείται ο Σιδηρόπουλος το Σεπτέμβριο του '90 -στην τελευταία συνέντευξή του. Προκειμένου να κάνει ο,τιδήποτε άλλο τότε, δούλεψε για κάποιους μήνες στο εργοστάσιο του πατέρα του, αλλά φαίνεται πως δεν το άντεχε. Κάπου εκεί και μέσα στη δημιουργική απελπισία του, συμφωνεί να συνεργαστεί με το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του μέσω του Π. Ζέρβα, ιδιοκτήτη των κλαμπ Κύτταρο και Ροντέο. Ο Σιδηρόπουλος συνεργάστηκε με το Μαρκόπουλο από το 1974 έως το 1976, ως σατιρικός τραγουδιστής και ηθοποιός. Μετά τις πρώτες πρόβες, ο Παύλος θυμόταν πως «ο Μαρκόπουλος σχεδόν απαγόρεψε στον οποιονδήποτε φίλο του να με πλησιάσει. Με σύστηνε πάντα με χαμόγελο ως ο ροκ επικίνδυνος τρόπος ζωής, αλλά φαίνεται ότι ασκούσα κάποια έλξη απάνω του γι αυτόν ακριβώς τον τροπο της ζωής». Το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου ήταν ότι έγραφε συνεχώς! Σε οποιοδήποτε άδειο χαρτί, απόκομμα, μπλοκ, έστω και σε μισή κενή κόλλα που μπορεί να βρισκόταν μπροστά του, θα αποτύπωνε κάποια σκέψη του, κάποιο συναίσθημα του. Ο Σιδηρόπουλος δεν έγραψε μόνο στίχους, αλλά και ποιήματα, ημιτελή θεατρικά έργα καθώς και κείμενα με πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις. Διάβαζε, ιδιαίτερα ποίηση, αλλά και φιλοσοφία. Συχνά καταπιανόταν με τη συγγραφή διηγημάτων, τα οποία όμως δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Έχει σημασία να αναφέρουμε πόσο καθοριστικές υπήρξαν για τον στιχουργό-ποιητή Παύλο οι επιρροές του από το κίνημα της αμερικανικής beat λογοτεχνίας (κυρίως από τον Allen Ginsebearg, κατά τον ίδιο τον Παύλο), χωρίς ν’ αφήσουμε εκτός, τη λεγόμενη rock subculture με βασικότερο εκφραστή της τον Lou Reed. Δεν έλειπαν ακόμη οι στιχουργικές παραπομπές του Παύλου σε σημαντικούς Έλληνες ποιητές: στον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον «Ποιητή της Ήττας», στο κομμάτι του, «Οι σοβαροί κλόουν» από το Φλου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον Σεφέρη, τον οποίο θεωρούσε ποιητή παγκόσμιας εμβέλειας, τον Οδυσσέα Ελύτη για την ελληνικότητα της γραφής του, τον Τάκη Σινόπουλο, το Νίκο Καρούζο, και από τη νεότερη γενιά τον Γιώργο Χρονά και τον Δημήτρη Βάρο. Επίσης ανέφερε ως συνειδητή επιρροή του τον Διονύση Σαββόπουλο και τη στιχουργική του, επειδή στην ηλικία των 20 ετών ήταν ο μόνος άνθρωπος που εξέφρασε τις υποψίες του για το κοινωνικό περιβάλλον στην Ελλάδα. Ώριμος πια ο Σιδηρόπουλος, το Σεπτέμβριο του 1990 θα πει σε συνέντευξη: «Νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός.». Φράση του Παύλου που μέσα σε δυο αράδες συνοψίζει όλη του την οπτική για αυτό το σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας του. Το φθινόπωρο του 1979, όταν ο Παύλος ήταν 31 ετών, ξεκίνησε η σχέση του με την ηρωίνη. Η καλλιτεχνική του πορεία μετρούσε ήδη εννιά χρόνια και η δημιουργικότητά του, το έργο του και η προσωπικότητά του είχαν για τα καλά αποκαλυφθεί. Στην αρχή ο Παύλος πιστεύει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ότι θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Σύντομα σχετικά αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, κάτι που φαίνεται άλλωστε τόσο στους στίχους των κομματιών του όσο και σε συνεντεύξεις του. Πολλές φορές κάνει προσπάθειες να ξεφύγει, και κατορθώνει για κάποια χρονικά διαστήματα να είναι «καθαρός». Είναι οι περίοδοι που ο Παύλος δημιουργεί ξανά και βάζει στόχους. Δυστυχώς, όμως, παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, που γίνονται κυρίως ατομικά και χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης, τελικά δε θα τα καταφέρει. Την άνοιξη του 1990 χάνει τη μητέρα του, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία, γεγονός που τον καταβάλλει. Λίγους μήνες αργότερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας με το χέρι του και η κακή ψυχολογία του επιδεινώνεται. Παρ’ όλο που η κατάσταση του χεριού του ήταν πολύ σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη, ετοιμάζει με το συγκρότημά του, τους Απροσάρμοστους, τον καινούργιο του δίσκο (πρόκειται για το μεταθανάτιο άλμπουμ Άντε και Καλή Τύχη Μάγκες) και δίνει συναυλίες. Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των Απροσάρμοστων, την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και σε αλλόφρονα κατάσταση τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του από τηλεφώνου. Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη. Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθους συγκλονισμένου και βαθειά θλιμμένου κόσμου που είχε κατακλίσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο. Σήμερα στον Κόκκινο Μύλο υπάρχει οικογενειακός τάφος στον οποίο βρίσκονται ο Παύλος, η μητέρα του και ο πατέρας του, με την προτομή του Παύλου που φιλοτέχνισε η γλύπτρια Δώρα Βουτσινά. http://pavlos-sidiropoulos.gr/
Ο Μιχάλης Κατσαρός (1919-1998) γεννήθηκε στην Κυπαρισσία. Σε νεαρή ηλικία πήρε μέρος σε αριστερές πολιτικές οργανώσεις και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Συνελήφθη από τα Ες-Ες, βασανίστηκε και φυλακίστηκε πολλούς μήνες στις φυλακές Χατζηκώστα. Το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έζησε για πολλά χρόνια σε δύσκολες συνθήκες, ασκώντας διάφορα βιοποριστικά επαγγέλματα, όπως ταμίας σε εμπορικό κατάστημα, δημοσιογράφος στον παράνομο Τύπο και υπάλληλος στη ραδιοφωνία. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Θεμέλιο , Ποιητική Τέχνη, Τα Νέα Ελληνικά, Αθηναϊκά Γράμματα και Στόχος και το 1975 εξέδωσε το περιοδικό Σύστημα, όπου δημοσίευε κυρίως δικά του κείμενα. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία σημειώθηκε το 1946, με τη δημοσίευση του ποιήματος Το Μπαρμπερίνικο καράβι στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα. Tον ίδιο χρόνο δημοσίευσε σε ελεύθερο στίχο το ποίημα Βγενιώ στο ίδιο περιοδικό. Το 1949 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Μεσολόγγι. Παντρεύτηκε τη ζωγράφο Κούλα Μαραγκοπούλου. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και μελοποιήθηκαν από τους Μ. Θεοδωράκη, Γ. Μαρκόπουλο και Α. Κουνάδη. Το Κατά Σαδδουκαίων παρουσιάστηκε μελοποιημένο από γερμανό συνθέτη στο Queen Elizabeth Hall, στο Σάουθ Μπανκ του Λονδίνου (ο αγγλικός τύπος τον παρέβαλε με τους ποιητές Μπρεχτ, Χο Τσι Μινχ και Παντίλα). Ιδεολόγος κομμουνιστής, ζούσε κάθε μέρα την επανάσταση σε γη και ουρανό, οραματιζόταν έναν κόσμο, όπου η δικαισύνη των ανθρώπων δεν θα 'ναι σακάτικη, πίστευε ότι έφερε μέσα όλες τις αρχαίες μνήμες, από κτίσεως κόσμου. Σαφής και ξεκάθαρος με τους φίλους του, παραληρηματικός και ιδιόρρυθμος στις συνεντεύξεις του. Μπορούσες να του δώσεις χίλιους δυο χαρακτηρισμούς, όπως εκκεντρικός, αιρετικός, «φευγάτος». Αλλά τι μ' αυτό: ψυχή τε και σώματι ήταν ποιητής. Ζούσε την ποίηση σωματικά, καιγόταν μέσα στις φλόγες της, και μέσα εκεί αναβαπτιζόταν καθαρός. Πέθανε στην Αθήνα.
Κι οι πρόγονοί μου εργάτες τρομοκράτες ήταν κι αυτοί,
Με την τρομοκρατία πεθαίνει η εξουσία
Δεν θέλουμε εκκλησία, αστυνομία, στρατό και βουλή.
Είναι το κράτος ο τρομοκράτης;
Όχι το κράτος είναι η τάξις
Είναι ο εργάτης ο τρομοκράτης;
Όχι, ο εργάτης είναι το πτώμα, και
Είναι στο κόμμα, κοιμάται ακόμα!!!
Μα είναι το κόμμα ίσον το πτώμα;
Όχι το κόμμα είναι ένα.
Κουκουκουκουέ το πτώμα σου λαέ
Κουκουκουκουέ το πτώμα σου λαέ
Για να έχεις σύνταξη καλή, συστοιχία
Και κατάταξη, ταξινομημένο και αριθμημένο
Κουρδιστό ραμολιμέντο. Να μην είσαι
Τρομοκράτης, αρνησίθρησκος, χωριάτης,
Ανυπόταχτος, τεμπέλης, άπατρις, κοπανατζής.
Για να είσαι δημοκράτης, χάφτης και
Σοσιαληστής (το "λη" παρακαλώ με ήτα) καντηλανάφτης.
Είμαστε τρομοκράτες, είμαστε τρομοκράτες
Κι οι πρόγονοί μου εργάτες τρομοκράτες ήταν κι αυτοί,
Με την τρομοκρατία πεθαίνει η εξουσία
Δεν θέλουμε εκκλησία, αστυνομία, στρατό και βουλή.
Είναι οι μπάτσοι οι τρομοκράτες;
Όχι, οι μπάτσοι είναι φρουροί.
Είναι το τάγμα ο τρομοκράτης;
Όχι, το τάγμα είναι πατρίς.
(Ζήτω η πατρίς)
(Ζήτω η πατρίς)
(Ζήτω)
(Ζήτω ρε)
(Ζήτω...)
(Ε, σας πάνε στο στρατό να σας βάλουν να γαμάτε τα τσουβάλια)
(να σας πω εγώ μαλάκα αν δεν το πείτε)
(Ζήτω ρε)
(Ζήτω η πατρίς)
Είναι η δουλειά μας τρομοκρατία;
Όχι, δουλεία ίσον τιμή.
Είναι οι παπάδες οι τρομοκράτες;
Όχι, θρησκεία είναι τα θεία
Μήπως οι νόμοι τρομοκρατούν;
Όχι, οι νόμοι νομοθετούν
Τρομοκρατία ίσον βουλή;
Μα όχι, βουλή μας είναι η ψήφος
Κι ο ψηφοφόρος θανατηφόρος!!!
Το είπε κι ο πρώτος μουγγός μασκοφόρος αυτό.
Είμαστε τρομοκράτες, είμαστε τρομοκράτες
Κι οι μασκοφόροι εργάτες τρομοκράτες ήταν κι αυτοί,
Με την τρομοκρατία πεθαίνει η εξουσία
Δεν θέλουμε εκκλησία, αστυνομία, στρατό και βουλή.
Τρομοκρατία ίσον Δαφνί;
Όχι, βαρά και ψυχοσορροπεί
Κι αφού μας μοντάρει! Ξανά στη γραμμή
Μα τότε σχολείο σημαίνει και τρόμος!!!
Όχι. Διδάσκεστε πίστιν στους νόμους
Τρομοκρατούνε οι δικασταί;
Μα, δικασταί μας είναι η έδρα.
Μα, μήπως τέλοσπάντων η έδρα ισοπεδώνει;
Όχι. Η έδρα μας σουλουπώνει, μας καλιγώνει,
Μας το βιδώνει γερά το τιμόνι στα μπισινά!!
Εν-δύο-τρία-εμπρός με χαρά.
Κράτος, σχολεία, θρησκεία, στρατός
Νομοθετούνε για μας ευτυχία
Τα συνδικάτα το κόμμα φραγμός
Κάντε εμετό και νιώστε αηδία.
Για να μπορέσει επιτέλους (γαμώ το κέρατό μου) να σηκώσει
Το κεφάλι ο τρομοκράτης που είναι μέσα μας
(και κοιμάτε ο καργιόλης).
Είμαστε τρομοκράτες όλοι-όλοι,
Είμαστε τρομοκράτες με πρώτο το Μανώλη.
Ποιος είναι ο τρομοκράτης, ποιος;
Ο χαχόλης ο Μανώλης ο φαιδροπαιδαράς
Γιατί ποτέ δεν δέχτηκε να γίνει
Βρωμοποδαράς...
Στίχοι,Μουσική: Νικόλας Άσιμος
Μια μοναχική φιγούρα σιωπηλά ανηφορίζει το λόφο του Στρέφη, διασπώντας το μισοσκόταδο της σκέψης καθώς ο άνεμος απλώνει βιαστικά ένα ψίθυρο..."Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το "Άσιμος" με γιώτα...". Νικόλαος Ασημόπουλος ήτανε το επίσημό του όνομα.
Ήταν περίπτωση ιδιαίτερα αντισυμβατικού καλλιτέχνη, κυρίως όσον αφορά τον τρόπο ζωής. Οι συμπεριφορές του και τα τραγούδια που έγραψε θεωρήθηκαν συχνά προκλητικά. Έντονα πολιτικοποιημένο άτομο, που ιδεολογικά δεν ανήκε σε κάποιο χώρο. O ίδιος ποτέ δεν αποδέχτηκε την "ταξινόμηση" σε κάποια ιδεολογία. Ο Άσιμος ήταν αρχικά αριστερός. Απέκτησε όμως αναρχική συνείδηση λίγο αργότερα και στη συνέχεια ξεπέρασε και τους αναρχικούς, καθώς δεν επιθυμούσε να του "κολλούν ταμπέλες".
Ο Νικόλας Άσιμος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20 Αυγούστου του 1949 από γονείς Κοζανίτες. Μικρός υπήρξε αρκετά φιλομαθής. Το 1967 εγγράφεται στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ.. Τα χρόνια της φοιτητικής του ζωής ασχολήθηκε ενεργά με το θέατρο, ενώ παράλληλα έγραφε τραγούδια και τραγουδούσε σε μπουάτ. Συχνά είχε προβλήματα με την αστυνομία: ήταν η περίοδος της Χούντας και της λογοκρισίας.
Το 1973 φεύγει από τη Θεσσαλονίκη και πηγαίνει στην Αθήνα. Συνεχίζει να ασχολείται με το θέατρο και τελειώνει μια ιδιωτική σχολή Δραματικής Τέχνης. Γράφει τραγούδια τα οποία δε δισκογραφεί επίσημα, αλλά τα γράφει μόνος του σε κασέτες τις οποίες πουλάει σε διάφορους δρόμους της Αθήνας. Δίνει ακόμα μουσικές παραστάσεις σε μπουάτ της Πλάκας, και συνεργάζεται με καλλιτέχνες όπως ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς, και η Κατερίνα Γώγου. Το 1976 απέκτησε μία κόρη από τη σχέση του με την Λίλιαν Χαριτάκη, εκτός γάμου.
Η πρώτη του συμμετοχή στη δισκογραφία ήταν το 1974 με το single Ρωμιός-Μηχανισμός σε ηλικία 25 χρόνων. Το 1977 φυλακίστηκε προσωρινά μαζί με άλλους 5 εκδότες και συγγραφείς. Αποφυλακίστηκαν και οι 5 μετά από πρωτοβουλία του Διονύση Σαββόπουλου. Το 1978 κατατάχτηκε στον στρατό. Ωστόσο δεν υπηρέτησε, αλλά πήρε απαλλαγή στράτευσης καταφέρνοντας να του αναγνωριστεί ότι πάσχει από Σχιζοειδή ψύχωση. Κάτι τέτοιο δεν είχε ωστόσο καμία σχέση με την πραγματικότητα γιατί, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην αυτοβιογραφία του, υιοθέτησε αυτή την συμπεριφορά γιατί ήταν αντίθετος προς τη στράτευση και απλά ήταν ένα σχέδιο για να την αποφύγει. Την περίοδο 1980-1981 έγραψε το βιβλίο του Αναζητώντας Κροκάνθρωπους, το οποίο δεν εκδόθηκε επίσημα, αλλά κυκλοφόρησε από τον ίδιο σε φωτοτυπημένα αντίγραφα. Τα τελευταία χρόνια, και μετά τον θάνατό του, το βιβλίο αυτό έχει κυκλοφορήσει και από εκδοτικό οίκο κάτι που ο ίδιος δεν θα ήθελε να συμβεί.
Το 1982 κυκλοφόρησε το πρώτο του δίσκο μακράς διάρκειας με τίτλο Ο Ξαναπές. Μελοποίησε το Ουλαλούμ του Γιάννη Σκαρίμπα. Το 1987 κατηγορήθηκε για το βιασμό μίας κοπέλας και οδηγήθηκε για λίγο στο ψυχιατρείο. Το γεγονός αυτό είχε σημαντικές συνέπειες στη ψυχολογία του και στις 17 Μαρτίου του 1988 κρεμάστηκε στο σπίτι του, που ονόμαζε χώρο προετοιμασίας. Πέθανε σε ηλικία περίπου 39 ετών.
Επίσης, πληροφορίες λένε ότι είχε φτιάξει ένα είδους ημερολόγιο, στο οποίο κατέγραφε τις τελευταίες 15 ημέρες. Σε αυτές τις 15 ημέρες έψαχνε κάτι που θα του έδινε λόγο να ζει. Σε όλες τις ημέρες είχε σημειώσει Χ (δηλαδή ότι δεν έβρισκε) και στην 15η ημέρα σημείωσε επίσης X, οπότε και αυτοκτόνησε.
Ο Στέλιος Καζαντζίδης είχε τραγουδήσει ένα τραγούδι με τίτλο ο φίλος μας αναφερόμενος στον Νικόλα Άσιμο και είχε δηλώσει: «Το τραγούδι αυτό, είναι αφιερωμένο στον Νικόλα Άσιμο. Τον καλλιτέχνη και άνθρωπο που έζησε και αμφισβήτησε με συνέπεια και πίστη αυτόν τον κόσμο της βαρβαρότητας».
Το θλιβερό σκηνικό που διαδραματίστηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Πέμπτης 17 Μαρτίου 1988, καθώς το σκοινί στο λαιμό του ξεκλείδωνε τις πύλες του Συνειδητού Θανάτου δύσκολα μπορεί να το περιγράψει κανείς...Καλοτάξιδος όπου κι αν είσαι "Μπαγάσα"...
Η κηδεία του Νικόλα, έγινε το απόγευμα της Παρασκευής 18 Μαρτίου 1988 στο νεκροταφείο της Καλλιθέας στη Νέα Σμύρνη, παρουσία 200 περίπου ατόμων, σε μια εξαιρετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα:
- Παιδιά να μην αφήσουμε να τον πάρουν τον Νικόλα τα κοράκια...
- Δεν ήξερα, αγόρι μου, ότι είχες τόσους φίλους...
- Θα μας λείψεις, αλλά να είσαι σίγουρος ότι η ευαισθησία και η ανθρωπιά δε θα λείψει...
- Λέγανε ότι ήσουν απροσάρμοστος, μα εμείς ξέραμε ότι ήσουν ευαίσθητος...
- Νικόλα, γεια σου, σ' αγαπάμε...
Από το κασετόφωνο του Στέλιου Λογοθέτη ακούγεται για λίγο Ο Μηχανισμός σαν ύστατο χαίρε τιμής, ενώ στο μνήμα παραμένουν μέχρι που σκοτεινιάζει λίγοι φίλοι, παίζοντας κιθάρα και τραγουδώντας:
"...Πα να κάνεις άλλη μια ζα...ζα...ζα...ζαβολιά…"
Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ' το πενήντα έχει να φανεί και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που 'χει μαραθεί. Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Σε εδίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική. Χάνεσαι σαν το γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στην φυγή. Πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική. Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή; Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί; Ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή; Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.
Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά. Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκκαλωσες στη σκαλωσιά. Πού πήγαν οι τρακόσοι του Λεωνίδα και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά; Ηλεκτρικός Θησέας; Και τα λοιπά.
Φοβάσαι ότι θα 'ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή, βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη. Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί; Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή για αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες στα γήπεδα την Κυριακή. Τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ' έχουν βάλει στο κλουβί. Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.
Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες στα νέα ψάχνεις για δουλειά. Τα δάκρυα σου γίνονται μαστίγια και τον λαιμό σου σφίγγουν σα θηλιά. Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά, τρέχεις να ψάξεις μες στα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ' έναν άγνωστο θεό κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία ειδήσεις σίριαλ και τσίχλα ροκ. Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό; Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό;
Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι, μίλησε με τ' αγέρι της νυχτιάς και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς. Πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς.
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος (27/7/1948 - 6/12/1990) ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής. Στη Θεσσαλονίκη νεαρός φοιτητής και μακριά από την οικογένειά του, ξεκίνησε τη μουσική του σταδιοδρομία. Την περίοδο εκείνη ο μουσικός Παντελής Δεληγιαννίδης έπαιζε κιθάρα με τους Olympians. Ο Παύλος τον άκουσε και ενθουσιάστηκε: «Ξεχώριζε ο άνθρωπος, δεν είχε καμία δουλειά με τον Πασχάλη και τους υπόλοιπους» έλεγε σε συνέντευξή του. Τα κοινά ακούσματά τους πολλά -blues, Eric Clapton, Cream, John Mayall κ.ά.- και έχοντας κι ο Παύλος ήδη κάποιες πρώτες συνθέσεις, του πρότεινε να συνεργαστούν. Δημιούργησαν το ντουέτο Δάμων και Φιντίας, κατέβηκαν στην Αθήνα και άμεσα -μέσα στη διετία 1970-1971- ηχογράφησαν τον πρώτο τους μικρό δίσκο 45 στροφών, με τα τραγούδια Ξέσπασμα και Ο κόσμος τους. Συμμετείχαν επίσης -ανάμεσα σε μουσικούς και σχήματα όπως η Δέσποινα Γλέζου, Εξαδάκτυλος, Socrates- στη ζωντανή ηχογράφηση «Ζωντανοί στο Κύτταρο» με τα κομμάτια τους Απογοήτευση και Ο Γέρο-Μαθιός. Είναι η εποχή της μεταπολίτευσης και «η ροκ σκηνή δεν έχει νόημα ύπαρξης πλέον γιατί το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί. Οι περισσότεροι μουσικοί ή φεύγουν έξω ή σιωπούν», όπως αφηγείται ο Σιδηρόπουλος το Σεπτέμβριο του '90 -στην τελευταία συνέντευξή του. Προκειμένου να κάνει ο,τιδήποτε άλλο τότε, δούλεψε για κάποιους μήνες στο εργοστάσιο του πατέρα του, αλλά φαίνεται πως δεν το άντεχε. Κάπου εκεί και μέσα στη δημιουργική απελπισία του, συμφωνεί να συνεργαστεί με το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του μέσω του Π. Ζέρβα, ιδιοκτήτη των κλαμπ Κύτταρο και Ροντέο. Ο Σιδηρόπουλος συνεργάστηκε με το Μαρκόπουλο από το 1974 έως το 1976, ως σατιρικός τραγουδιστής και ηθοποιός. Μετά τις πρώτες πρόβες, ο Παύλος θυμόταν πως «ο Μαρκόπουλος σχεδόν απαγόρεψε στον οποιονδήποτε φίλο του να με πλησιάσει. Με σύστηνε πάντα με χαμόγελο ως ο ροκ επικίνδυνος τρόπος ζωής, αλλά φαίνεται ότι ασκούσα κάποια έλξη απάνω του γι αυτόν ακριβώς τον τροπο της ζωής». Το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου ήταν ότι έγραφε συνεχώς! Σε οποιοδήποτε άδειο χαρτί, απόκομμα, μπλοκ, έστω και σε μισή κενή κόλλα που μπορεί να βρισκόταν μπροστά του, θα αποτύπωνε κάποια σκέψη του, κάποιο συναίσθημα του. Ο Σιδηρόπουλος δεν έγραψε μόνο στίχους, αλλά και ποιήματα, ημιτελή θεατρικά έργα καθώς και κείμενα με πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις. Διάβαζε, ιδιαίτερα ποίηση, αλλά και φιλοσοφία. Συχνά καταπιανόταν με τη συγγραφή διηγημάτων, τα οποία όμως δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Έχει σημασία να αναφέρουμε πόσο καθοριστικές υπήρξαν για τον στιχουργό-ποιητή Παύλο οι επιρροές του από το κίνημα της αμερικανικής beat λογοτεχνίας (κυρίως από τον Allen Ginsebearg, κατά τον ίδιο τον Παύλο), χωρίς ν’ αφήσουμε εκτός, τη λεγόμενη rock subculture με βασικότερο εκφραστή της τον Lou Reed. Δεν έλειπαν ακόμη οι στιχουργικές παραπομπές του Παύλου σε σημαντικούς Έλληνες ποιητές: στον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον «Ποιητή της Ήττας», στο κομμάτι του, «Οι σοβαροί κλόουν» από το Φλου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον Σεφέρη, τον οποίο θεωρούσε ποιητή παγκόσμιας εμβέλειας, τον Οδυσσέα Ελύτη για την ελληνικότητα της γραφής του, τον Τάκη Σινόπουλο, το Νίκο Καρούζο, και από τη νεότερη γενιά τον Γιώργο Χρονά και τον Δημήτρη Βάρο. Επίσης ανέφερε ως συνειδητή επιρροή του τον Διονύση Σαββόπουλο και τη στιχουργική του, επειδή στην ηλικία των 20 ετών ήταν ο μόνος άνθρωπος που εξέφρασε τις υποψίες του για το κοινωνικό περιβάλλον στην Ελλάδα. Ώριμος πια ο Σιδηρόπουλος, το Σεπτέμβριο του 1990 θα πει σε συνέντευξη: «Νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός.». Φράση του Παύλου που μέσα σε δυο αράδες συνοψίζει όλη του την οπτική για αυτό το σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας του. Το φθινόπωρο του 1979, όταν ο Παύλος ήταν 31 ετών, ξεκίνησε η σχέση του με την ηρωίνη. Η καλλιτεχνική του πορεία μετρούσε ήδη εννιά χρόνια και η δημιουργικότητά του, το έργο του και η προσωπικότητά του είχαν για τα καλά αποκαλυφθεί. Στην αρχή ο Παύλος πιστεύει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ότι θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Σύντομα σχετικά αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, κάτι που φαίνεται άλλωστε τόσο στους στίχους των κομματιών του όσο και σε συνεντεύξεις του. Πολλές φορές κάνει προσπάθειες να ξεφύγει, και κατορθώνει για κάποια χρονικά διαστήματα να είναι «καθαρός». Είναι οι περίοδοι που ο Παύλος δημιουργεί ξανά και βάζει στόχους. Δυστυχώς, όμως, παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, που γίνονται κυρίως ατομικά και χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης, τελικά δε θα τα καταφέρει. Την άνοιξη του 1990 χάνει τη μητέρα του, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία, γεγονός που τον καταβάλλει. Λίγους μήνες αργότερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας με το χέρι του και η κακή ψυχολογία του επιδεινώνεται. Παρ’ όλο που η κατάσταση του χεριού του ήταν πολύ σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη, ετοιμάζει με το συγκρότημά του, τους Απροσάρμοστους, τον καινούργιο του δίσκο (πρόκειται για το μεταθανάτιο άλμπουμ Άντε και Καλή Τύχη Μάγκες) και δίνει συναυλίες. Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των Απροσάρμοστων, την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και σε αλλόφρονα κατάσταση τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του από τηλεφώνου. Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη. Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθους συγκλονισμένου και βαθειά θλιμμένου κόσμου που είχε κατακλίσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο. Σήμερα στον Κόκκινο Μύλο υπάρχει οικογενειακός τάφος στον οποίο βρίσκονται ο Παύλος, η μητέρα του και ο πατέρας του, με την προτομή του Παύλου που φιλοτέχνισε η γλύπτρια Δώρα Βουτσινά.
Ο Γιάννης Μαρκόπουλος είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες συνθέτες. Γεννήθηκε 18 Μαρτίου 1939 στο Ηράκλειο της Κρήτης, από γονείς παλαιών οικογενειών του νησιού, και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Ιεράπετρα.
Το 1963 βραβεύεται για την μουσική του στις Μικρές Αφροδίτες του Νίκου Κούνδουρου από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και τον ίδιο χρόνο ανεβαίνουν από νέα χορευτικά σύνολα τα μουσικά του έργα Θησέας (χορόδραμα), Χιροσίμα (σουίτα μπαλέτου) και τα Τρία σκίτσα για χορό. Το 1967 επιβάλλεται στην Ελλάδα η δικτατορία και ο Γιάννης Μαρκόπουλος αναχωρεί στο Λονδίνο. Εκεί εμπλουτίζει τις μουσικές του γνώσεις με την Αγγλίδα συνθέτρια Elisabeth Lutyens. Επίσης συνθέτει την κοσμική καντάτα Ήλιος ο πρώτος, σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη, και τη μουσική για τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη (για το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν). Παράλληλα ολοκληρώνει τη μουσική τελετή Ιδού ο Νυμφίος, έργο που κρατά ανέκδοτο, εκτός ενός τμήματος, του περίφημου Ζάβαρα-κάτρα-νέμια, που αποτελεί ένα τα πιο διάσημα κομμάτια του. Την ίδια περίοδο γνωρίζεται με τους συνθέτες Ιάννη Ξενάκη και Γιάννη Χρήστου και έρχεται σε επαφή με τα πλέον πρωτοποριακά μουσικά έργα.Το 1969 επιστρέφει στην Αθήνα για να συμβάλει με τα έργα του στην πορεία για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Δημιουργεί μια νέα κίνηση για την τέχνη και τη χρησιμότητά της και αναζητεί την βαθύτερη ενότητα του ανθρώπου με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Με την είσοδο της δεκαετίας του ’70, υλοποιεί το μουσικό του όραμα: καταθέτει μουσικά έργα που χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους ως νέα πρόταση και τομή για τη μέχρι τότε ελληνική μουσική πραγματικότητα· έργα με ενότητα της αισθητικής και της φιλοσοφικής άποψης του συνθέτη ως προς τις θεμελιακές αρχές τους, με το καθένα όμως από αυτά να είναι διαφορετικό. Ιδρύει ένα νέο και ιδιόμορφο ορχηστικό σχήμα, καθιερώνοντας, με τις συνθέσεις του, την ουσία της μουσικής συμβίωσης και τους συσχετισμούς έκφρασης μεταξύ συμφωνικών και τοπικών οργάνων, μέσω του μελωδικού και ρυθμικού του ορίζοντα, των αρμονικών του δομών και των ηχοχρωμάτων της διάφανης ενορχήστρωσής του. Παράλληλα, προτείνει εμφατικά την «επιστροφή στις ρίζες», εννοώντας τον «σχεδιασμό του μέλλοντος, με ενδοσκόπηση, μελέτη και πλησίασμα των άφθαρτων πηγών της ζωντανής τέχνης του κόσμου και επιλεγμένες σύγχρονες πληροφορίες τέχνης». Η πρότασή του αυτή παίρνει τις διαστάσεις ενός κινήματος τέχνης. Πολυβραβευμένος και με έντονη παρουσία στο εξωτερικό συνεχίζει μέχρι σήμερα να προσφέρει με το έργο του.