Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Νευροανατομία

Οι χιλιάδες λεπτομέρειές σου,
που δε θα μάθω,
είναι επώδυνες ακίδες
σ' εκείνη την περιοχή
του εγκεφάλου μου
που θα σ' αγαπούσε
αν είχες μείνει.


Μιράντα Παπαδοπούλου

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Το καναρίνι

«Το καναρινί μου που πια δεν κελαϊδάει,
θέλεις να τ’ αμολύσω στο βουνό;

— Ώ, όχι, μην το κάνεις, φίλε μου.

— Το καναρίνι μου που πια δεν κελαϊδάει,
θες να το θάψω στο δασάκι των μπαμπού;

— Ώ, όχι, μην το κάνεις ούτε αυτό!

— Το καναρίνι μου που πια δεν κελαϊδάει
θες να το μαστιγώσω μ’ ένα κλωνάρι ιτιάς;

— Ώ, όχι. είναι μικρούλι, θα πονούσε!

— Το καναρίνι μου που πια δεν κελαϊδάει
γώ θα τ’ αφήσω σε μια βάρκα από αβόριο,
μ’ ένα κουπί ασημένιο
μια νύχτα με πανσέληνο.
Θα του ξανάρθουν τότε όσα τραγούδια ξέχασε.»


Γυάζο Σάιτζο [Yaso Saijō / 西條八十] Μετφρ. Ρίτα Μπούμη Παπά

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

My Brother My Wound

I was calling in the bulls from the street.
They came like a dark river —
a blur of chest and hoof —
everything moving, under, splinter — hooked
their horns through the walls. Light hummed
the holes like yellow jackets. My mouth
was a nest torn empty.

Then, he was at the table.
Then, in the pig’s jaws —
he was not hungry. He was stop.
He was bad apple. He was choking.

So I punched my fists against his stomach.
Mars flew out
and broke open or bloomed —
how many small red eyes shut in that husk?

He said, Look. Look. And they did.

He said, Lift up your shirt. And I did.

He slid his fork beneath my ribs —
Yes, he sang. A Jesus side wound.
It wouldn’t stop bleeding.
He reached inside
and turned on the lamp —

I never knew I was also a lamp — until the light
fell out of me, dripped down my thigh, flew up in me,
caught in my throat like a canary.
Canaries really means dogs, he said.

He put on his shoes.
You started this with your mouth, he pointed.
Where are you going? I asked.
To ride the Ferris wheel, he answered,
and climbed inside me like a window.

Natalie Diaz

Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

A Woman Speaks

Moon marked and touched by sun
my magic is unwritten
but when the sea turns back
it will leave my shape behind.
I seek no favor
untouched by blood
unrelenting as the curse of love
permanent as my errors
or my pride
I do not mix
love with pity
nor hate with scorn
and if you would know me
look into the entrails of Uranus
where the restless oceans pound.

I do not dwell
within my birth nor my divinities
who am ageless and half-grown
and still seeking
my sisters
witches in Dahomey
wear me inside their coiled cloths
as our mother did
mourning.

I have been woman
for a long time
beware my smile
I am treacherous with old magic
and the noon's new fury
with all your wide futures
promised
I am
woman
and not white.


Audre Lorde, poetryfoundation.org

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

Στο παιδί μου

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο
Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.


Μανόλης Αναγνωστάκης

Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Συνδεδεμένος

2.

Και σου λέω πάλι
εάν εσύ δεν με διδάξεις δεν θα μάθω
σου λέω πάλι υπάρχει πάντα κάτι το τελευταίο
ακόμα και τις τελευταίες φορές
τις τελευταίες φορές που ικετεύεις
τις τελευταίες φορές που αγαπάς
ξέροντας πως να μη ξέρεις να προσποιείσαι
κάτι το τελευταίο ακόμη και την τελευταία φορά που σου λέω
εάν εσύ δεν μ’ αγαπήσεις δε θ’ αγαπηθώ ποτέ
εάν εγώ δεν σ’ αγαπήσω δε θ’ αγαπήσω ποτέ

η ανατάραξη των περασμένων λέξεων κατευθείαν στην καρδιά και πάλι
Αγάπη αγάπη αγάπη σαν γδούπος βαρύς ενός παλιού εμβόλου
χτυπώντας τους αναλλοίωτους σωρούς των λέξεων

κι εγώ τρομοκρατημένος και πάλι
πως ίσως δεν αγαπηθώ
πως ίσως αγαπήσω αλλά όχι εσένα
πως ίσως αγαπηθώ αλλά όχι από εσένα
ξέροντας πως να μη ξέρω να προσποιούμαι

εγώ και όλοι οι άλλοι που θα σε αγαπήσουν
αν σε αγαπήσουν

εκτός κι αν δεν σ’ αγαπήσουν.


Σάμιουελ Μπέκετ

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Τα σπίτια δεν είναι τοίχοι και μια πόρτα

Τα σπίτια δεν είναι τοίχοι και μια πόρτα,
τα σπίτια είναι μια πόρτα με κλειδί και τοίχοι αδιαπέραστοι
‒ κι ακόμη, παράθυρα, απλά παράθυρα ‒

γιατί αν τα σπίτια ήταν από γυαλί θα καταλήγαμε σε μια γωνιά
να εκλιπαρούμε για τοίχους, συντετριμμένοι από τον ίλιγγο ενός σπιτιού
αντιμέτωπου με την απεραντοσύνη των άστρων.

Στρεφόμαστε προς τον ουρανό και τον ορίζοντα
αλλά έχουμε ανάγκη να κλείσουμε το παράθυρο και να βάλουμε τα λουλούδια στο βάζο.

Και να τα ατενίζουμε, συμπαγή, δικά μας,
δίχως ο κόσμος τους να μας αντιστρέφει την ερώτηση.


Teresa Colom

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

Σε παλιό στυλ

Οι εραστές είναι ακριβά κύπελλα,
όπου ο ένας πίνει τον άλλο.
Το πρωί πηγαίνουν σε ολοπόρφυρους,
βασιλικούς δρόμους
και το βράδυ πλαγιάζουν σε κρεβάτια
κι από θρύλους πιο βαθιά.
Κι αν καμιά φορά τους δεις να παραπατάνε
ή να παίρνουν μονοπάτια άγνωστα και μυθικά-
μην ξαφνιαστείς,
γιατί οι εραστές είναι τυφλοί,
με τα ωχρά τους βλέφαρα κλειστά
ο ένας από τη λάμψη του άλλου.
Οι εραστές δε βλέπουν, μόνο αγγίζονται,
μα οι ρόγες των δαχτύλων τους είναι τα ίδια
τα πελώρια, τα πάντα έκπληκτα,
μάτια του Θεού.


Τάσος Λειβαδίτης

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Μικρή εξομολόγηση

Θα 'θελα να ΄μαι χαρούμενη, - λέει· όλη μέρα
ψάχνω κάτι να βρω για να χαρώ. Συχνά δε βρίσκω·
τότε τα ρούχα μου πέφτουν από πάνω μου· μένω
πιασμένη μαλακά μες στο κενό, περιμένοντας
κάποιος να μ' αγαπήσει και να υπάρξω. Πριν φυσήσει
ελάχιστη αύρα την αισθάνομαι να τρέμει
στα νύχια των ποδιών μου. Κι άξαφνα,
ένα μονάχα νήμα αράχνης αιωρούμενο
μου σκίζει από πάνω έως κάτω το μάγουλο.


Γιάννης Ρίτσος

Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Moving day

There are so many flights of stairs
that lead up toward your heart
I get breathless just thinking about
having to climb them all

others in the lobby
are waiting for you to install an elevator
they argue about their place in line
all insisting they were first

my luggage hits the first step

beneath me the noise blooms
like a clumsy flower
and they all turn their heads toward me

for a moment
they are silent

and then

laughter stampedes from their lungs
the instant they recognize
my preposterously imminent failure

they are certain
I won’t succeed

and perhaps I won’t

but I can find no good reason to tell them
that none of what they are carrying
will fit with them in that elevator
they are all waiting for

so I save my breath

and listen to the next flower
loudly take its place in the bouquet
as I pull the heavy luggage of my heart
up the next step

toward yours.


Shane.L.Koyczan

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Άτιτλο

Όταν έρχεσαι με την εικόνα σου
Πίσω απ’ το δέρμα
Σου γνέφω χορευτικά
Κανείς δε γλιτώνει απ’ τον εαυτό του
Άγγιξε
Υπάρχει στο βλέμμα ένας πιθανός
Απίθανος ήλιος

Γεωργία Τρούλη

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Πένθιμα αναμενόμενο

Πρέπει να βρούμε τρόπο
να γεφυρώσουμε
τον έρωτα ανάμεσά μας.
Δεν πάει άλλο.
Με κούρασε η πτώση
στο κενό.
Έχω στα χέρια μου
τα Άνθη του Κακού.
Στο κεφάλι μου
ένα φρικτό πονοκέφαλο.
Δεν ξέρω αν πρέπει
να πιω μια ασπιρίνη
ή να ερωτευθώ
την πρώτη Μαρία
που θα βρεθεί
μπροστά μου.
Είναι κι αυτός ο χειμώνας
που με βυθίζει στο αναπάντεχο.
Είσαι κι εσύ, που επιμένεις
ν' αγαπώ το αναμενόμενο.


Αντωνης Τσόκος, Ένα ποτήρι ακόμη, Τσαρλς – Εκδ. Γαβριηλίδης, 2015

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Χαρταετός

από τη Μαρία Νεφέλη

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν – ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε –
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια·
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι «Ή Άννέτα με τα σάνταλα»
«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».
Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πως εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ’χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.


Οδυσσέας Ελύτης