Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

Σε παλιό στυλ

Οι εραστές είναι ακριβά κύπελλα,
όπου ο ένας πίνει τον άλλο.
Το πρωί πηγαίνουν σε ολοπόρφυρους,
βασιλικούς δρόμους
και το βράδυ πλαγιάζουν σε κρεβάτια
κι από θρύλους πιο βαθιά.
Κι αν καμιά φορά τους δεις να παραπατάνε
ή να παίρνουν μονοπάτια άγνωστα και μυθικά-
μην ξαφνιαστείς,
γιατί οι εραστές είναι τυφλοί,
με τα ωχρά τους βλέφαρα κλειστά
ο ένας από τη λάμψη του άλλου.
Οι εραστές δε βλέπουν, μόνο αγγίζονται,
μα οι ρόγες των δαχτύλων τους είναι τα ίδια
τα πελώρια, τα πάντα έκπληκτα,
μάτια του Θεού.


Τάσος Λειβαδίτης

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Μικρή εξομολόγηση

Θα 'θελα να ΄μαι χαρούμενη, - λέει· όλη μέρα
ψάχνω κάτι να βρω για να χαρώ. Συχνά δε βρίσκω·
τότε τα ρούχα μου πέφτουν από πάνω μου· μένω
πιασμένη μαλακά μες στο κενό, περιμένοντας
κάποιος να μ' αγαπήσει και να υπάρξω. Πριν φυσήσει
ελάχιστη αύρα την αισθάνομαι να τρέμει
στα νύχια των ποδιών μου. Κι άξαφνα,
ένα μονάχα νήμα αράχνης αιωρούμενο
μου σκίζει από πάνω έως κάτω το μάγουλο.


Γιάννης Ρίτσος

Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Moving day

There are so many flights of stairs
that lead up toward your heart
I get breathless just thinking about
having to climb them all

others in the lobby
are waiting for you to install an elevator
they argue about their place in line
all insisting they were first

my luggage hits the first step

beneath me the noise blooms
like a clumsy flower
and they all turn their heads toward me

for a moment
they are silent

and then

laughter stampedes from their lungs
the instant they recognize
my preposterously imminent failure

they are certain
I won’t succeed

and perhaps I won’t

but I can find no good reason to tell them
that none of what they are carrying
will fit with them in that elevator
they are all waiting for

so I save my breath

and listen to the next flower
loudly take its place in the bouquet
as I pull the heavy luggage of my heart
up the next step

toward yours.


Shane.L.Koyczan

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Άτιτλο

Όταν έρχεσαι με την εικόνα σου
Πίσω απ’ το δέρμα
Σου γνέφω χορευτικά
Κανείς δε γλιτώνει απ’ τον εαυτό του
Άγγιξε
Υπάρχει στο βλέμμα ένας πιθανός
Απίθανος ήλιος

Γεωργία Τρούλη

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Πένθιμα αναμενόμενο

Πρέπει να βρούμε τρόπο
να γεφυρώσουμε
τον έρωτα ανάμεσά μας.
Δεν πάει άλλο.
Με κούρασε η πτώση
στο κενό.
Έχω στα χέρια μου
τα Άνθη του Κακού.
Στο κεφάλι μου
ένα φρικτό πονοκέφαλο.
Δεν ξέρω αν πρέπει
να πιω μια ασπιρίνη
ή να ερωτευθώ
την πρώτη Μαρία
που θα βρεθεί
μπροστά μου.
Είναι κι αυτός ο χειμώνας
που με βυθίζει στο αναπάντεχο.
Είσαι κι εσύ, που επιμένεις
ν' αγαπώ το αναμενόμενο.


Αντωνης Τσόκος, Ένα ποτήρι ακόμη, Τσαρλς – Εκδ. Γαβριηλίδης, 2015

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Χαρταετός

από τη Μαρία Νεφέλη

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν – ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε –
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια·
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι «Ή Άννέτα με τα σάνταλα»
«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».
Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πως εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ’χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.


Οδυσσέας Ελύτης

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Σημείο Αναγνωρίσεως

άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε πρσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.

Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πώς έχεις ελαφρά ανακαθήσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο πού είδες,
πώς παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο
κι η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμάλωτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:
αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς
ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.
Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.
Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
στην πορεία των μαρμάρων,
αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
για ελευθερίες και ισότητες,
όπως οι δούλοι,
οι νεκροί
και το αίσθημά μας,
εσύ θα πορευόσουνα
μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,
καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, πού έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.

Σε λέω γυναίκα
γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.


Κική Δημουλά

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Κοντά σου

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.

Κοντά σου είνε η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
Ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά
κ’ αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι’ ανύποπτα περνά μέσ’ στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι’ όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.


Μαρία Πολυδούρη

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

Οι λέξεις


Στην αγαπημένη μου
Ρομίνα

Μέρες ήρθαν που, για να γεμίσω το άδειο, πάω
στις λέξεις, τις χαϊδεύω για να με βοηθήσουν
όπως άλλες εποχές που λαχάνιαζαν για ν' αφήσω
έστω κι ένα σημάδι μικρό από το γεμάτο που
με πλημμύριζε. Η ζωή με τη μονότονη επανάληψή
της -ζωή θάνατος- πείθει πάντα τους ανθρώπους
πως το φυσικό είναι η ζωή και το αφύσικο
ο θάνατος. Χαϊδεύω τη μέρα. Η χαρά τώρα
πια λέγεται ανάσα.


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, αδημοσίευτο

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020

Όταν το σώμα

Όταν το σώμα
υποσχεθεί τον εαυτό του
κι εκπληρώσει την υπόσχεσή του
επιθυμώντας με φωνές
που ξεχύνονται στον κήπο
και κολλάν στους κλάδους
σαν ρετσίνι,
όταν το σώμα εξαρθεί αναγγέλλοντας
«υπάρχω απόλυτα στο χάος»
και κάτω από δυνατούς γλόμπους
ανοίξει στα δύο
για να χωθεί μισό
στο άλλο μισό του άλλου,
όταν ο λόγος του γίνεται
κατακόρυφη γραμμή
που το συνδέει με τα ουράνια,
όταν το σώμα
φαρμακωθεί απ' τους χυμούς
φασκιωθεί απ' τ' αγγίγματα
φανερωθεί σαν ολομόναχο
και συνεπαρμένο,
όταν όσα δίνει καταπίνει
όπου πιέζει ενδίδει,
όταν η μετρημένη επιφάνειά του
έχει μετρηθεί άπειρες φορές
με το μάτι, το στόμα
το φακό του χρόνου εξονυχιστικό
πάνω στο κάθε σπυρί, πόρο
όταν κουλουριαστούν ξέπνοες
οι ωραίες αναλογίες
κι εξαντληθεί το επιχείρημα
«EΡΩΤΕΥΟΜΑΙ ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ»
οι φωνές ξαναγυρίζουν
στις ρίζες των νεφρών
κι ένα πουλί κρυμμένο
αλώβητο στα τόσα σάλια και φιλιά
πετάει, φεύγει πάνω
απ' τον ερημότοπο
σπαρμένο δόντια και μαλλιά,
που άφησε πίσω του το σώμα,
όταν το σώμα...


Κατερίνα Αγγελάκη - Ρούκ, Ενάντιος έρωτας 1986

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Ερωτικό γράμμα (Μη χάνεις το θάρρος σου)

Μη χάνεις το θάρρος σου
εμείς πάντα το ξέραμε
πως δε χωράει
μέσα στους τέσσερις τοίχους
το μεγάλο μας όνειρο

Εμάς τα σπίτια μας είναι όλοι οι δρόμοι
που στα σπλάχνα τους κοιμούνται
τόσοι σκοτωμένοι

Θα θυμάμαι πάντοτε τα φιλιά σου
που κελαηδούσαν σαν πουλιά
θα θυμάμαι τα μάτια σου
φλογερά και μεγάλα
σαν δυο νύχτες έρωτα
μέσα στον άγριο πόλεμο.


Τάσος Λειβαδίτης, Της εξορίας 1976

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

Αξίζεις μια αγάπη

Αξίζεις μια αγάπη που να σε αγαπά ξεχτένιστη,
με τα πάντα -και τις αιτίες που σε σηκώνουν βιαστικά,
με τα πάντα -και τα δαιμόνια που δε σε αφήνουν να κοιμηθείς.

Αξίζεις μια αγάπη που να σε κάνει να νιώθεις σίγουρη,
που να μπορεί να καταναλώσει όλο τον κόσμο αν περπατάει χέρι με χέρι με σένα,
που να νιώθει πως οι αγκαλιές σου πάνε τέλεια με το δέρμα της.

Αξίζεις μια αγάπη που να θέλει να χορεύει μαζί σου,
που να επισκέπτεται τον παράδεισο κάθε φορά που κοιτάει τα μάτια σου,
και που δεν βαριέται ποτέ να διαβάζει τις εκφράσεις σου.

Αξίζεις μια αγάπη που να σε ακούει όταν τραγουδάς,
που να σε στηρίζει στα ρεζιλίκια σου,
που να σέβεται ότι είσαι ελεύθερη,
που να σε συνοδεύει στο πέταγμά σου,
που να μην την τρομάζει η πτώση.

Αξίζεις μια αγάπη που να πάρει τα ψέματα,
που να σου φέρει τον ενθουσιασμό,
τον καφέ
και την ποίηση.


Frida Kahlo, μτφρ.: Ναταλί Φύτρου
Πηγή

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

New Year

I drop the dying year behind me like a shawl
and let it fall. The urgent fireworks fling themselves
against the night, flowers of desire, love’s fervency.
Out of the space around me, standing here, I shape
your absent body against mine. You touch me as the giving air.

Most far, most near, your arms are darkness, holding me,
so I lean back, lip-read the heavens talking on in light,
syllabic stars. I see, at last, they pray at us.


Carol Ann Duffy