Ήταν τότε, στους παλιούς καιρούς. Υπήρχε η γη, ο ουρανός, οι μέρες, οι νύχτες. Η βροχή κι ο ήλιος, ο κύκλος των εποχών. Υπήρχε ο σπόρος που βλάσταινε, το δέντρο που ψήλωνε και ευδοκιμούσε, έδινε τους καρπούς του κι έπειτα μαραινόταν μέσα σε μια αργή απαλότητα. Υπήρχε η κοιλιά των γυναικών που μεγάλωνε, φούσκωνε για καιρό, κι έπειτα ανάβλυζε η νέα ύπαρξη. Υπήρχαν παιδιά που μεγάλωναν και μεγάλοι που έγερναν στο χώμα και πέθαιναν.
Τ' άστρα γυρνούσαν τις νύχτες, οι εποχές εναλλάσσονταν, και τα σύννεφα κύλαγαν μέσα στον άνεμο.
Ο αέρας γλιστρούσε πάνω σε δέρματα προσεχτικά. Το γδαρμένο λιθάρι των προγόνων κρατούσε.
Ο κόσμος ήταν ο ερωτικός γάμος μιας μονιμότητας κι ενός περάσματος. Η ζωή ήταν η απόδειξη του περάσματος μέσα στη μονιμότητα όλων των πραγμάτων, όταν ακόμα δεν είχαν ξεχωρίσει αυτό που πέρναγε απ' αυτό που έμενε.
[...] Κι ο άντρας είχε χωρίς να στενοχωριέται από τη γέννηση μέχρι το θάνατό του, τη θέση του κατώτερου. Η φύση τον είχε κάνει χρήσιμο και αφοσιωμένο. Μα δεν ήταν παρά ένα κλωνάρι της ζωής. Όταν έφτανε η στιγμή του θανάτου του, σαν ξερό κλωνάρι, ξεκόλλαγε από το δέντρο της ζωής, που συνέχιζε και χωρίς αυτόν τη φωτεινή του άνθηση.
Ο άντρας υπηρετούσε τη γυναίκα, στο μέτρο που ήταν το μέσο διατήρησης της ζωής, το ενδιάμεσο ανάμεσα στις γυναίκες, πηγές της ζωής και στη φύση, πλούσια με όσα ποθούσε άπληστα η ζωή.
Ο άντρας έφτιαξε το εργαλείο κατ' εικόνα και ομοίωση του. Πολύτιμο αντικείμενο βέβαια, μα που δεν έχει από μόνο του κανένα σκοπό, που δεν υπάρχει παρά για να υπηρετεί τη ζωή και που το πετάς όταν πια δε χρησιμεύει.
Φτιάχνοντας το εργαλείο ο άντρας, στοχάστηκε πάνω στη σχέση του μ' αυτό. Κι είδε με περιέργεια ότι μπορούσε να φτιάξει το εργαλείο ή να μην το φτιάξει. Ότι απ' αυτόν εξαρτιόταν η τύχη του πυριτόλιθου - να τον κόψει ή ο πυριτόλιθος να κόβει.
Τότε ο άντρας έβαλε στον εαυτό του ένα ερώτημα φοβερό: Γιατί αυτή κι όχι εγώ; Γιατί μ' έκανε άντρα, αντί να με κάνει γυναίκα; Γιατί με στέρησε απ' αυτό που αυτή διαθέτει, τη γονιμότητα;
Κι ο άντρας απόχτησε το αίσθημα ενάντια στη μητέρα του.
Έτσι, μ' ένα πρώτο αίσθημα αδικίας στράφηκαν οι άντρες ενάντια στις γυναίκες, έσφιξαν τις γροθιές τους και συγκέντρωσαν όλη τη σκέψη τους στην επιδίωξη μιας εκδίκησης.
Διεκδίκησαν μερίδιο στην ιερή πράξη της γέννησης. Κάθε άντρας θα συνδεόταν με μια γυναίκα, αποκλειστικά και θα 'λέγαν από δω και μπρος ότι το παιδί προερχόταν και από τη γυναίκα και από τον άντρα αυτόν. Αγνοώντας τη σχέση που υπήρχε ανάμεσα σ' αυτόν και το παιδί, εφηύρε την πατρότητα, που τη θεωρούσε δικό του διάταγμα.
Οι γυναίκες, το ίδιο αδαείς, και γι' αυτό σίγουρες για τα προνόμιά τους, συμφώνησαν εύκολα σ' αυτή την παρωδία.
Για ν' ανταπαντήσουν στη δύναμη, που μόνο αυτές διέθεταν, αυτοί επινόησαν μια εξουσία, που τους επέτρεπε να τις ανταγωνίζονται.
Μη διαθέτοντας καμιά εξουσία ατομική, δε μπορούσαν να βρουν την εξουσία παρά μόνο από το συνασπισμό των δυνάμεών τους. Έτσι οι άντρες συνασπίστηκαν.
Οι γυναίκες ευχαριστήθηκαν βλέποντας να δεκαπλασιάζονται οι καρποί της εργασίας τους. Ευχαριστήθηκαν βλέποντάς τους να αγωνίζονται να χτίζουν, να ξεχερσώνουν, να καλλιεργούν, να πολεμούν και να καμαρώνουν μόνοι τους.
Κι έφτασε μια στιγμή, που αυτοί μπόρεσαν να πούνε: αυτό εδώ είναι δουλειά του άντρα, κι εσείς οι γυναίκες, που δεν έχετε καμία σχέση μ' αυτό που κάναμε, δεν επιτρέπεται να πλησιάζετε πια.
Αυτές συγκατένευσαν πρόθυμα γιατί, ευχαριστημένες από τ' άμεσα αποτελέσματα της συνεργασίας τους δεν έβλεπαν τίποτε που να θίγει τη δικιά τους δύναμη και την αξία τους, που τη θεωρούσαν άφθαρτη.
Από την εξουσία να φτιάχνουν, αυτοί πέρασαν στην εξουσία ν' αποφασίζουν.
Κι έτσι η πόρτα για την επικράτηση του αρσενικού άνοιξε.
Όλη η ιστορία του άντρα δεν είναι παρά η διαδοχική εγκαθίδρυση τομέων δραστηριότητας, απ' τους οποίους απομάκρυνε τη γυναίκα, και που τους χρησιμοποιούσε για να περιορίσει και να υποτάξει τη μέχρι τότε θριαμβεύουσα δύναμη των γυναικών. Είναι η επινόηση, η κατοχή του λόγου.
Και παραδόξως, με δεδομένα τα μέσα που διέθεταν και την αναγκαιότητα ενός συνασπισμού τους για ν' αντιπαρατεθούν στις γυναίκες, μιμήθηκαν τη μόνη δύναμη που ήξεραν, τη δύναμη της γυναίκας.
Κι αυτή βρισκόταν μέσα στην πράξη της γέννησης μονιμότητας και παροδικότητας.
Σχημάτισαν για τον εαυτό τους την αντίληψη ότι είναι περαστικοί που οικοδομούν τη μονιμότητα. Κι επινόησαν την ιστορία, μια παρωδία της ζωής.
Ήθελαν τους εαυτούς τους να 'ναι δημιουργοί και προφήτες. Θεμελιωτές, χτίστες και κύριοι βασιλείων.
Θέλησαν η γη να μην είναι πια η γη, αλλά η γη του άντρα. Την αναποδογύρισαν, την ξεκοίλιασαν, την αναστάτωσαν. Την έκαναν διαφορετική, πιο πλούσια και λιγότερο πολύτιμη.
Θέλησαν να εγκαθιδρυθεί ανάμεσα σ' αυτούς και τα πράγματα ένας δεσμός το ίδιο στενός, όσο κι ο δεσμός της γυναίκας με το παιδί που έχει μέσα της. Έτσι εγκαθίδρυσαν την ιδιοκτησία, που δεν είναι παρά μια εικόνα αυτού του δεσμού παραφθαρμένη, ριγμένη στην αδράνεια. Στη γυναίκα, αυτός ο δεσμός δεν είχε νόημα, παρά όσο προετοίμαζε τη ζωή, κι έπαυε να υπάρχει από μόνος του όταν η εμφάνιση της νέας ζωής τον έκανε άχρηστο. Αυτοί όμως καθόρισαν ένα δεσμό, που αντί να υπόσχεται υποτάσσει, ένα δεσμό, που δεν έχει νόημα, παρά όσο εξασφαλίζει την εξουσία, ένα δεσμό, που αντί να σβήνει δε μπορεί παρά να ενισχύεται από μια εξουσία που τον ευνοεί. Ένα δεσμό που, αν καμιά φορά τρέφει το δικό του άντρα, κάνει όλους τους άλλους να πεινούν. Τον καταραμένο δεσμό, που στραγγαλίζει τη ζωή.
Ανήγγειλαν τη βασιλεία του άντρα.
Τ' άστρα γυρνούσαν τις νύχτες, οι εποχές εναλλάσσονταν, και τα σύννεφα κύλαγαν μέσα στον άνεμο.
Ο αέρας γλιστρούσε πάνω σε δέρματα προσεχτικά. Το γδαρμένο λιθάρι των προγόνων κρατούσε.
Ο κόσμος ήταν ο ερωτικός γάμος μιας μονιμότητας κι ενός περάσματος. Η ζωή ήταν η απόδειξη του περάσματος μέσα στη μονιμότητα όλων των πραγμάτων, όταν ακόμα δεν είχαν ξεχωρίσει αυτό που πέρναγε απ' αυτό που έμενε.
[...] Κι ο άντρας είχε χωρίς να στενοχωριέται από τη γέννηση μέχρι το θάνατό του, τη θέση του κατώτερου. Η φύση τον είχε κάνει χρήσιμο και αφοσιωμένο. Μα δεν ήταν παρά ένα κλωνάρι της ζωής. Όταν έφτανε η στιγμή του θανάτου του, σαν ξερό κλωνάρι, ξεκόλλαγε από το δέντρο της ζωής, που συνέχιζε και χωρίς αυτόν τη φωτεινή του άνθηση.
Ο άντρας υπηρετούσε τη γυναίκα, στο μέτρο που ήταν το μέσο διατήρησης της ζωής, το ενδιάμεσο ανάμεσα στις γυναίκες, πηγές της ζωής και στη φύση, πλούσια με όσα ποθούσε άπληστα η ζωή.
Ο άντρας έφτιαξε το εργαλείο κατ' εικόνα και ομοίωση του. Πολύτιμο αντικείμενο βέβαια, μα που δεν έχει από μόνο του κανένα σκοπό, που δεν υπάρχει παρά για να υπηρετεί τη ζωή και που το πετάς όταν πια δε χρησιμεύει.
Φτιάχνοντας το εργαλείο ο άντρας, στοχάστηκε πάνω στη σχέση του μ' αυτό. Κι είδε με περιέργεια ότι μπορούσε να φτιάξει το εργαλείο ή να μην το φτιάξει. Ότι απ' αυτόν εξαρτιόταν η τύχη του πυριτόλιθου - να τον κόψει ή ο πυριτόλιθος να κόβει.
Τότε ο άντρας έβαλε στον εαυτό του ένα ερώτημα φοβερό: Γιατί αυτή κι όχι εγώ; Γιατί μ' έκανε άντρα, αντί να με κάνει γυναίκα; Γιατί με στέρησε απ' αυτό που αυτή διαθέτει, τη γονιμότητα;
Κι ο άντρας απόχτησε το αίσθημα ενάντια στη μητέρα του.
Έτσι, μ' ένα πρώτο αίσθημα αδικίας στράφηκαν οι άντρες ενάντια στις γυναίκες, έσφιξαν τις γροθιές τους και συγκέντρωσαν όλη τη σκέψη τους στην επιδίωξη μιας εκδίκησης.
Διεκδίκησαν μερίδιο στην ιερή πράξη της γέννησης. Κάθε άντρας θα συνδεόταν με μια γυναίκα, αποκλειστικά και θα 'λέγαν από δω και μπρος ότι το παιδί προερχόταν και από τη γυναίκα και από τον άντρα αυτόν. Αγνοώντας τη σχέση που υπήρχε ανάμεσα σ' αυτόν και το παιδί, εφηύρε την πατρότητα, που τη θεωρούσε δικό του διάταγμα.
Οι γυναίκες, το ίδιο αδαείς, και γι' αυτό σίγουρες για τα προνόμιά τους, συμφώνησαν εύκολα σ' αυτή την παρωδία.
Για ν' ανταπαντήσουν στη δύναμη, που μόνο αυτές διέθεταν, αυτοί επινόησαν μια εξουσία, που τους επέτρεπε να τις ανταγωνίζονται.
Μη διαθέτοντας καμιά εξουσία ατομική, δε μπορούσαν να βρουν την εξουσία παρά μόνο από το συνασπισμό των δυνάμεών τους. Έτσι οι άντρες συνασπίστηκαν.
Οι γυναίκες ευχαριστήθηκαν βλέποντας να δεκαπλασιάζονται οι καρποί της εργασίας τους. Ευχαριστήθηκαν βλέποντάς τους να αγωνίζονται να χτίζουν, να ξεχερσώνουν, να καλλιεργούν, να πολεμούν και να καμαρώνουν μόνοι τους.
Κι έφτασε μια στιγμή, που αυτοί μπόρεσαν να πούνε: αυτό εδώ είναι δουλειά του άντρα, κι εσείς οι γυναίκες, που δεν έχετε καμία σχέση μ' αυτό που κάναμε, δεν επιτρέπεται να πλησιάζετε πια.
Αυτές συγκατένευσαν πρόθυμα γιατί, ευχαριστημένες από τ' άμεσα αποτελέσματα της συνεργασίας τους δεν έβλεπαν τίποτε που να θίγει τη δικιά τους δύναμη και την αξία τους, που τη θεωρούσαν άφθαρτη.
Από την εξουσία να φτιάχνουν, αυτοί πέρασαν στην εξουσία ν' αποφασίζουν.
Κι έτσι η πόρτα για την επικράτηση του αρσενικού άνοιξε.
Όλη η ιστορία του άντρα δεν είναι παρά η διαδοχική εγκαθίδρυση τομέων δραστηριότητας, απ' τους οποίους απομάκρυνε τη γυναίκα, και που τους χρησιμοποιούσε για να περιορίσει και να υποτάξει τη μέχρι τότε θριαμβεύουσα δύναμη των γυναικών. Είναι η επινόηση, η κατοχή του λόγου.
Και παραδόξως, με δεδομένα τα μέσα που διέθεταν και την αναγκαιότητα ενός συνασπισμού τους για ν' αντιπαρατεθούν στις γυναίκες, μιμήθηκαν τη μόνη δύναμη που ήξεραν, τη δύναμη της γυναίκας.
Κι αυτή βρισκόταν μέσα στην πράξη της γέννησης μονιμότητας και παροδικότητας.
Σχημάτισαν για τον εαυτό τους την αντίληψη ότι είναι περαστικοί που οικοδομούν τη μονιμότητα. Κι επινόησαν την ιστορία, μια παρωδία της ζωής.
Ήθελαν τους εαυτούς τους να 'ναι δημιουργοί και προφήτες. Θεμελιωτές, χτίστες και κύριοι βασιλείων.
Θέλησαν η γη να μην είναι πια η γη, αλλά η γη του άντρα. Την αναποδογύρισαν, την ξεκοίλιασαν, την αναστάτωσαν. Την έκαναν διαφορετική, πιο πλούσια και λιγότερο πολύτιμη.
Θέλησαν να εγκαθιδρυθεί ανάμεσα σ' αυτούς και τα πράγματα ένας δεσμός το ίδιο στενός, όσο κι ο δεσμός της γυναίκας με το παιδί που έχει μέσα της. Έτσι εγκαθίδρυσαν την ιδιοκτησία, που δεν είναι παρά μια εικόνα αυτού του δεσμού παραφθαρμένη, ριγμένη στην αδράνεια. Στη γυναίκα, αυτός ο δεσμός δεν είχε νόημα, παρά όσο προετοίμαζε τη ζωή, κι έπαυε να υπάρχει από μόνος του όταν η εμφάνιση της νέας ζωής τον έκανε άχρηστο. Αυτοί όμως καθόρισαν ένα δεσμό, που αντί να υπόσχεται υποτάσσει, ένα δεσμό, που δεν έχει νόημα, παρά όσο εξασφαλίζει την εξουσία, ένα δεσμό, που αντί να σβήνει δε μπορεί παρά να ενισχύεται από μια εξουσία που τον ευνοεί. Ένα δεσμό που, αν καμιά φορά τρέφει το δικό του άντρα, κάνει όλους τους άλλους να πεινούν. Τον καταραμένο δεσμό, που στραγγαλίζει τη ζωή.
Ανήγγειλαν τη βασιλεία του άντρα.