Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Ο Τρελός

Με ρώτησες πώς έγινα τρελός.

Να πώς:

Μιαν αυγή,

καιρό πολύ πριν γεννηθούνε άμετροι θεοί,

ξύπνησα από ένα λήθαργο

κι είδα πως μου είχαν κλέψει όλες τις μάσκες μου -

τις εφτά μάσκες που είχα δημιουργήσει

κι είχα φορέσει σ’ εφτά ζωές.

΄Ετρεξα τότε ακάλυπτος στους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους φωνάζοντας:

“Κλέφτες, κλέφτες, καταραμένοι κλέφτες!”

Πολλοί άντρες και γυναίκες με περιγέλασαν,

κι άλλοι έτρεξαν φοβισμένοι στα σπίτια τους.

Σαν έφτασα στην αγορά,

ένας νέος πάνω από μια στέγη φώναξε:

“Είναι τρελός!”.

Σήκωσα το κεφάλι για να τον δω.

Τότε,

για πρώτη φορά,

ο ήλιος φίλησε το γυμνό πρόσωπό μου

και η ψυχή μου γέμισε αγάπη για τον ήλιο,

κι απ΄τη στιγμή εκείνη δεν ήθελα πια τις μάσκες μου.

Και εκστασιασμένος φώναξα:

” Ευλογημένοι,

ευλογημένοι εκείνοι που έκλεψαν τις μάσκες μου!”

Έτσι έγινα τρελός.

Και μέσα στην τρέλα μου βρήκα και τα δυο:

λευτεριά και σιγουριά.

Τη λευτεριά της μοναξιάς

και τη σιγουριά πως δεν με καταλαβαίνουν.

Γιατί αυτοί που μας καταλαβαίνουν

κάτι υποδουλώνουν μέσα μας…

Αλλά, ας μην είμαι και τόσο περήφανος για τη σιγουριά μου.

Κι ένας κλέφτης ακόμα,

όταν είναι φυλακισμένος,

είναι προφυλαγμένος από έναν άλλον κλέφτη.


Halil Gibran

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Διάλογος στο κομμωτήριο

Ήδη από τη δεκαετία του 1930, ο γνωστός ψυχαναλυτής Wilhelm Reich είχε αντιληφθεί την ανάγκη απλοποίησης βασικών ιδεών της οικονομικής ανάλυσης του Μαρξ, ώστε αυτές να γίνουν προσιτές στον καθένα, με τον ίδιο τρόπο που ο Errico Malatesta παρουσίασε την αναρχική του σκέψη μέσα απ’ το έργο Στο Καφενείο, Συζητήσεις για τον Αναρχισμό. Ο παρακάτω διάλογος, μεταξύ ενός βοηθού κομμωτή κι ενός πελάτη, δημοσιεύτηκε το 1935 με το ψευδώνυμο Ernst Parell για το Zeitschrift für politische Psychologie und Sexualökonomie (vol.2, no.1) όσο ήταν εξόριστος στη Δανία. Μέσα από το διάλογο, ο βοηθός αναπτύσσει, δίχως να του το διδάξει κανείς και μόνο με τις βοηθητικές ερωτήσεις του πελάτη, βασικές σκέψεις του Μαρξ, όπως η θεωρία της υπεραξίας.

Βοηθός: Χτένισμα ή κούρεμα;

Πελάτης: Koύρεμα, αλλά τετράγωνο παρακαλώ, όχι στρογγυλό.

(παύση)

Βοηθός: Πώς βλέπετε την εποχή μας;

Πελάτης: Χάλια. Που θα πάει όλο αυτο;

Βοηθός: Οι χούλιγκαν θα κόψουν ο ένας το λαιμό του άλλου κι εμείς θα υποστούμε τα χειρότερα, όποιος κι αν νικήσει, είτε οι Κομμουνιστές, είτε οι Ναζί. Είναι το ίδιο πράγμα.

Πελάτης: Ίσως έχετε δίκιο. Δεν ξέρω από πολιτική.

Βοηθός: Είμαι χαρούμενος που έχω μια δουλειά και τα βγάζω πέρα. Όσο για τα υπόλοιπα, το μόνο που θέλω είναι να ζήσω μια ήρεμη ζωή.

Πελάτης: Μπορώ να ρωτήσω πόσα χρήματα βγάζετε απ’ αυτή τη δουλειά;

Βοηθός: 100 μάρκα το μήνα.

Πελάτης: Τα βγάζετε πέρα με αυτά;

Βοηθός: Οριακά. Θα ήθελα να παντρευτώ, αλλά θα πάρει καιρό μέχρι εγώ και η μνηστή μου να βάλουμε στην άκρη αρκετά ώστε να νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα. Δουλεύω εδώ και δέκα χρόνια σ’ αυτό το μαγαζί αλλά ακόμη δεν έχω μαζέψει αρκετά.

Πελάτης: Το αφεντικό πώς είναι;

Βοηθός: Είναι καλός άνθρωπος. Μερικές φορές είναι λιγάκι κακόκεφος, αλλά εγώ τα πάω καλά μαζί του.

Πελάτης: Πόσους πελάτες εξυπηρετείτε κάθε μέρα;

Βοηθός: Δέκα με δεκαπέντε. Το Σάββατο είναι περισσότεροι.

Πελάτης: Οπότε αυτό σημαίνει πως 15 πελάτες πληρώνουν συνολικά 15 μάρκα στην επιχείρηση. Εσείς όμως παίρνετε μόνο 3.50 κάθε μέρα. Τι γίνεται με τα υπόλοιπα;

Βοηθός: Δε λάβατε υπόψη τα έξοδα της επιχείρησης. Ρεύμα, τηλέφωνο, ασφάλεια, εξοπλισμός, ενοίκιο, είναι αρκετά έξοδα.

Πελάτης: Θα μ’ ενδιέφερε να μάθω πόσα.

Βοηθός: (σκέφτεται για λίγο) Υποθέτω πως είναι τουλάχιστον 3 [1] μάρκα.

Πελάτης: Οκ, αλλά απ’ τους υπολογισμούς μας λείπουν ακόμη 9-10 μάρκα.

Βοηθος: Ναι, αλλά η επιχείρηση πρέπει να βγάλει πλεόνασμα, αφού το αφεντικό παίρνει μεγάλο ρίσκο. Για παράδειγμα, κάποιες μέρες έχουμε λιγότερους πελάτες ή κακές στιγμές.

Πελάτης: Αυτό σημαίνει πως παίρνετε περισσότερα όταν η επιχειρήση πηγαίνει πολύ καλύτερα;

Βοηθός: Οχι, γιατί θα έπρεπε; Παίρνω σταθερό μισθό.

Πελάτης: Δε μπορώ να καταλάβω. Όταν δουλεύετε περισσότερο, δεν πληρώνεστε περισσότερο; Σας κρατά χρήματα για τις κακές εποχές αλλά δεν σας δίνει τα ανάλογα στις καλές;

Βοηθός: Έχετε απόλυτο δίκιο.

Πελάτης: Αν καταλαβαίνω καλά, παράγετε, αφού βγάλουμε όλα τα έξοδα, από 10 έως 12 μάρκα περίπου τη μέρα κι εσείς παίρνετε 3 με 3,5 μάρκα. Και αν οι καιροί γίνουν σταθερά κακοί για την επιχείρηση, θα σας απολύσει, και στην περίπτωση αυτή το απόθεμα δεν θα έχει καμία χρησιμότητα για εσάς. Οπότε, πώς χρησιμοποιεί στην πραγματικότητα αυτά τα χρήματα;

Βοηθός: Να, για παράδειγμα το αφεντικό πρέπει να πάρει σύγχρονα μηχανήματα. Αυτή τη στιγμή αντικαθιστούμε τα ψαλίδια χειρός με ηλεκτρικά για παράδειγμα.

Πελάτης: Και τι σημαίνει αυτό;

Βοηθός: (έκπληκτος) Τι, δεν το καταλαβαίνετε; Eίναι πολύ απλό.Τώρα μπορώ να εξυπηρετήσω 10 πελάτες σε μια μέρα, ενώ μετά θα έχω τη δυνατότητα να εξυπηρετήσω 20, αφού το κούρεμα θα είναι πιο γρήγορο.

Πελάτης: Και κάθε ένας απ’ αυτούς τους 20 θα πληρωνει ένα μάρκο, όπως πριν. Κι εσείς, πόσα θα παίρνετε τότε;

Βοηθός (ακόμη πιο έκπληκτος): Φυσιολογικά, θα συνεχίσω να παίρνω τα 100 μου μάρκα.

Πελάτης: Συγχωρήστε με που γίνομαι αδιάκριτος, είμαι λίγο μπερδεμένος και μάλλον έκπληκτος. Με τα καινούργια βελτιωμένα μηχανήματα θα κερδίζετε 20 μάρκα γι’ αυτόν, αλλά εσείς θα συνεχίσετε να παίρνετε 3.50. Αυτό σημαίνει ότι το πλέονασμα από 8 μάρκα θα γίνει περίπου 13; Που πηγαίνουν αυτά τα λεφτά;

Βοηθός: (ξύνει το κεφάλι του) Βασικά, έχετε δίκιο. Είναι μια καλή ερώτηση αλλά, ξέρετε, κουράζομαι τόσο πολυ στη δουλειά και δεν έχω αρκετή ενέργεια ώστε να σκεφτώ. Είμαι χαρούμενος αν μπορώ να ξεκουράζομαι λίγο και να κρατάω τη δουλειά μου. Ξέρετε, την επόμενη εβδομάδα δύο απ’ τους πέντε συναδέλφους μου απολύονται και πρέπει να διασφαλίσω πως δεν θ΄απολυθώ κι εγώ.

Πελάτης: Θα πρέπει να είναι αρκετά άσχημο να στέκεσαι 10 ώρες σε μια μέρα στο μαγαζί. Με τις άδειες τι γίνεται;

Βοηθός: Α, ναι. Παίρνω ένα δεκαπενθήμερο κάθε χρόνο, αλλά καθώς παίρνουν κι άλλοι άδειες, εγώ τότε πρέπει να δουλέψω περισσότερο. Και τώρα το αφεντικό φεύγει για δύο μήνες.

Πελάτης: Που βρίσκει τα λεφτά ώστε να λείψει για τόσο πολύ;

Bοηθός: Έχει μία βίλα στο Dahlen.

Πελάτης: Μπα! Πώς κι έτσι;

Βοηθός: Μα είναι ιδιοκτήτης αυτής της επιχείρησης εδώ και 30 χρόνια.

Πελάτης: Α, ώστε έτσι. Εργάζεται;

Βοηθός: Α, όχι, μόνο μερικές φορές απλώς βοηθάει. Αλλά είναι μια επιτυχημένη επιχείρηση.

Πελάτης: Κοιτάξτε, δεν καταλαβαίνω τίποτε γι’ αυτά τα πράγματα αλλά μου φαίνεται πως αυτή η βίλα και οι καλοκαιρινές του διακοπές πληρώνονται απ’ τα 8 ή τα 13 μάρκα που κερδίζετε για το «πλέονασμα της επιχείρησης».

Βοηθός: Ω, δε νομίζω. Αλλά ίσως έχετε δίκιο, είναι περίεργο. Θα ήθελα να συζητήσω κάποια στιγμή μαζί σας. Ισως τελικά το συμπέρασμα σας να είναι λογικό.

Σημείωση
[1] Στο πρωτότυπο κείμενο, αναφέρεται το ποσό των 8 μάρκων σε αυτό το σημείο, πιθανότατα λόγω τυπογραφικού λάθους.

Μετάφραση κειμένου του Wilhelm Reich από eagainst.com/μεταφραστική ομάδα

Πηγή αγγλικής μετάφρασης του κειμένου του Wilhelm Reich, theoryandpractice.org.uk


Wilhelm Reich, 1935

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

η αγάπη

η αγάπη
μοιάζει με δυο ποτήρια σε στιγμή ενθουσιασμού
ντιγκ
λάμψη
θρύψαλα

Οδυσσέας Ελύτης

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Μαθαίνεις

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις

Χόρχε Λούις Μπόρχες

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Κόκκινος, μαύρος και ανήξερος

ΤΕΡΑΣ

Μοναδικό ανάμεσα στα πλάσματα γνωρίζουμε ότι περνάμε από την γέννηση
στον θάνατο
Και θέλουμε να διδάξουμε κάθε νέο μυαλό να είναι διαυγές όσο ένας κρυστάλλινος ωκεανός στον οποίο να βλέπουμε ίσαμε τον πυθμένα και από ακτή σε ακτή

Μιλάμε για τα παιδιά μας πριν αυτά γεννηθούν
Τα κουβαλάμε πριν καν τα κρατήσουμε
Διπλώνουμε τα ρούχα και στρώνουμε το κρεβάτι τους προτού καν ξυπνήσουν
Σπέρνουμε και θερίζουμε και εμπορευόμαστε το φαγητό τους πριν καν φάνε
Για αυτά χτίζουμε δρόμους προτού καν περπατήσουν
Και τα προστατεύουμε από την αρρώστια προτού καν πάρουν
ανάσα
Για τρείς εποχές μεγαλώνουν στην κοιλιά ενώ ο κόσμος
μπορεί να γεράσει δέκα χιλιάδες χρόνια
Σαν γεννηθούν τα χέρια μηχανικών οικονόμων κτιστών πιλότων σχεδιαστών διαχειριστών οδηγών κηπουρών
ενώνονται για να τα υποδεχτούν
Ποτέ ξενιτεμένος ήρωας δεν έγινε πιο καλοδεχούμενος από πατρίδα
Ποτέ πρόεδρος δεν ανέλαβε γραφείο με μεγαλύτερη επισημότητα
Ποτέ νικητής δεν βρήκε υποδοχή με τόση χαρά
Δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζει που στο παρελθόν τα παιδιά θεωρούσαν
ότι τον κόσμο τον πρόσεχαν θεοί

Όμως τώρα τα σκοτώνουμε.

ΜΗΤΕΡΑ.

Στο παρελθόν βρέθηκαν επιζώντες να πουν ότι ξαφνικά ο
κόσμος έγινε μέρος παιχνιδιών
Μια πελώρια κόκκινη μπάλα φούσκωσε στον ουρανό
Σπίτια τραντάχτηκαν όπως τρέμουν τα κουκλόσπιτα όταν τα μετακινούν
παιδιά
Μικρά πράγματα έγιναν μεγάλα και μεγάλα πράγματα εξαφανίστηκαν
Πολλοί ανέφεραν ότι το σύννεφο έλαμπε σαν πυρά
Και ότι οι τραυματίες παραμιλούσαν στις περίεργες γλώσσες
που χρησιμοποιούν τα παιδιά όταν παριστάνουν τους ξένους

Δεν είδα ούτε άκουσα αυτά τα πράγματα
Καθόμουν μόνη στο δωμάτιό μου
Εκείνο το πρωί το παιδί κουνήθηκε στην κοιλία μου σα να
ήθελε να το βάλει στα πόδια μακριά από τον κόσμο
Μέσα από τα τοιχώματα της κοιλιάς είχε νιώσει τον φόβο του κόσμου
Το κεφάλι μου λοιπόν ήταν γερμένο καθώς άκουγα
Ήμουν τόσο προσηλωμένη που δεν άκουσα τις εκρήξεις και χωρίς να γνωρίζω πέρασα στον θάνατο
Oι σπασμοί του κορμιού μου πλάκωσαν το παιδί
Η σάρκα μου έσκασε και τον πέταξε στον φούρνο
του φλεγόμενου σπιτιού μου

ΤΕΡΑΣ
Όταν οι πύραυλοι κατέστρεψαν τον κόσμο
τα πάντα σφύριξαν
Όλες οι σκληρές επιφάνειες και οι σκληρές γωνίες σφύριξαν
Στόμια από φαρμακευτικά μπουκάλια και μπουκάλια ουίσκι

Μαρκίζες δικαστηρίων και κτήρια γραφείων
Ρωγμές σε βράχους
Σφύριξαν με απαξία
Καθώς τα λάστιχα σταμάτησαν να στριγκλίζουν οι άνεμοι σφύριξαν στα
σπασμένα παράθυρα
Πόρτες και αναπηρικά καροτσάκια – κάποια άδεια, άλλα κουβαλώντας
αρρώστους και σακατεμένους – σφύριξαν καθώς πέταξαν ψηλά πάνω από τις μεγάλες πεδιάδες
Τα βουνά σφύριξαν
Οι τελευταίες ανάσες σφύριξαν μέσα από νεκρά στόματα
Και καθώς οι σάρκες καίγονταν στα πρόσωπα τα κρανία σφύριξαν
Επιφάνειες πολύ μαλακές για να σφυρίξουν πήραν φωτιά και οι φωτιές σφύριξαν
Η καρδιά αναπήδησε σαν πουλί στο φλεγόμενο κλουβί του και τα
πλευρά σφύριξαν
Η γη σφύριξε με απαξία
Με την απόλυτη απαξία προς τον δημιουργό της πλάσης
Με απαξία στην απαξία
Που έπνιξε τους ήχους από τις εκρήξεις και τις τελευταίες
κραυγές των αφεντάδων του κόσμου
Ολόκληρος ο κόσμος σφύριξε με απαξία προς τον δημιουργό
της πλάσης

ΜΗΤΕΡΑ. Αυτό είναι το παιδί που η μήτρα μου πέταξε στην φωτιά

ΤΕΡΑΣ. Τώρα θα σας δείξουμε σκηνές από την ζωή που δεν
έζησα
Αν ό,τι δείτε μοιάζει τέτοιο που τα ανθρώπινα πλάσματα δεν θα
επέτρεπαν να συμβεί δεν έχετε διαβάσει την ιστορία
του καιρού σας[...]

Edward Bond, The Warplays: Part I, Red Black and Ignorant

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Τείχη

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Κωνσταντίνος Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

I am troubled

I am troubled
Immeasurably
By your eyes

I am struck
By the feather
of your soft
Reply

The sound of glass
Speaks quick
Disdain

And conceals
What your eyes fight
To explain

Jim Morrison, Poems (1966-1971)

"Expose yourself to your deepest fear; 
after that, fear has no power, 
and the fear of freedom shrinks and vanishes.
You are free."(6/12/1943-3/7/1971)

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Πριν τους αλλάξει ο χρόνος

Λυπήθηκαν μεγάλως στον αποχωρισμό των.
Δεν τόθελαν αυτοί· ήταν η περιστάσεις.
Βιοτικές ανάγκες εκάμνανε τον ένα
να φύγει μακρυά — Νέα Υόρκη ή Καναδά.
Η αγάπη των βεβαίως δεν ήταν ίδια ως πριν·
είχεν ελαττωθεί η έλξις βαθμηδόν,
είχεν ελαττωθεί η έλξις της πολύ.
Όμως να χωρισθούν, δεν τόθελαν αυτοί.
Ήταν η περιστάσεις.— Ή μήπως καλλιτέχνις
εφάνηκεν η Τύχη χωρίζοντάς τους τώρα
πριν σβύσει το αίσθημά των, πριν τους αλλάξει ο Χρόνος·
ο ένας για τον άλλον θα είναι ως να μένει πάντα
των είκοσι τεσσάρων ετών τ’ ωραίο παιδί.



Κωνσταντίνος Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.


Κώστας Καρυωτάκης


(30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) [...] Κοινωνικός ποιητής ο Καρυωτάκης και συγχρόνως ποιητής της εσωτερικής προσωπικής περιπέτειας, ένωσε τις άκρες των δύο τάσεων, προκαλώντας την τρομερή ηλεκτρική κένωση στο σώμα της λογοτεχνίας μας. Υπήρξε ψυχρός ποιητής, χωρίς αναπτύξεις στην έκφραση, χωρίς μηρυκασμούς στην έμπνευση, συντάκτης του ισολογισμού: ουσία της ποίησης - κοινωνικοί όροι ύπαρξής της. Νομιμοποίησε συγχρόνως και το μόνο δυνατό γλωσσικό ιδίωμα στην νεοελληνική ποίηση, απορρίπτοντας όλον τον τεχνητό γλωσσικό εφιάλτη της εποχής. Ποιητές-ανακαινιστές της γλώσσας μπορούν να υπάρξουν μόνο σε έθνη που δεν έχουν απομακρυνθεί ακόμη πολύ από το βαρβαρικό (με την σωστή σημασία της λέξης) παρελθόν τους, σε έθνη δηλ. που η γλώσσα τους βρίσκεται σε ακμή και ανάπτυξη. Τα έθνη με πανάρχαιες, ερειπωμένες πια γλώσσες, έχουν χάσει το παιχνίδι στον τομέα αυτόν. Δεν υπάρχει άλλο γλωσσικό ιδίωμα για την ελληνική ποίηση, παρά η γλώσσα του πρόσφυγα, του μετανάστη, του εξόριστου, της διασποράς, η γλώσσα του έλληνα σε συνεχή κατάσταση ανάγκης. Από δω και η καταγωγή της ποπ-καθαρεύουσας των υπερρεαλιστών, άσχετα αν σήμερα κατάντησε να γίνει η γλώσσα της ανεκδοτολογικής ποίησης.[...]

Βύρων Λεοντάρης, Θέσεις για τον Καρυωτάκη

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Η θάλασσα

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.


Ντίνος Χριστιανόπουλος, 1962

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Το Σύνταγμα της Ηδονής

Μη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.

Όλοι οι νόμοι της ηθικής — κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι — είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας.

Μη αφήσεις καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξει. Μη πιστεύεις ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Το χρέος σου είναι να ενδίδεις, να ενδίδεις πάντοτε εις τας Επιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Το χρέος σου είναι να καταταχθείς πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας.Μη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Μη λέγεις, Τόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε διά να την κερδίσεις ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Ηδονή.

Μη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, διά να ακούσεις τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνει το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας.

Μη απατηθείς από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. Η υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Και επιτέλους όταν πέσεις εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάσει η κηδεία σου, αι Μορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι θεοί του Ολύμπου, και θα σε θάψουν εις το Κοιμητήριον του Ιδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.

Κωνσταντίνος Καβάφης, (1894-1897;)



Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Φυλακισμένα σώματα

Σε μια κοινωνία που γίνεται όλο και πιο συντηρητική, ακούγεται από παντού πόσο απελευθερωμένοι και προοδευτικοί είμαστε πια. Αφού έχει υπάρξει ένας Μάης του '68, οι γυναίκες μορφώνονται και εργάζονται, μπορούν να πάρουν διαζύγιο και να επιλέξουν τον ερωτικό τους σύντροφο σίγουρα έχουμε πετάξει από πάνω μας τα κατάλοιπα του συντηρητισμού... Εδώ μπορεί να υπάρχει ένα gay pride!
Μπα; Αν οι γυναίκες είναι τόσο άνετες με την ύπαρξή τους γιατί όλο και περισσότερες υποφέρουν από διατροφικές διαταραχές, γιατί προσπαθούν να χωρέσουν σε Size 0, να κόψουν και να ράψουν το σώμα τους για να ανταποκριθούν στα πρότυπα που άλλοι έχουν δημιουργήσει γι' αυτές; Έχω ακούσει αρκετές φορές πως πλέον δεν υπάρχει σεξισμός. Απόδειξη ότι και οι άντρες πλένουν πιάτα [...] και άλλα παρόμοια. Όμως κάτω από την επιφάνεια τι είναι αυτό που υποβόσκει; Γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε σε μια κοινωνία όπου τα πρότυπα συμπεριφοράς δοκιμάζουν να περάσουν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά: παίξε με τις κούκλες σου, κάτσε ήσυχα, σπούδασε, σώπα, κοίτα τον εαυτό σου, ώρα να νοικοκυρευτείς, πότε θα μου κάνεις ένα εγγονάκι; Με αυτή τη σειρά οι απορίες των γονιών που έτσι έχουν μάθει, έτσι σου λένε να ζήσεις κι εσύ. Κι αναρωτιέμαι αν αυτά τα προκαθορισμένα που έχουν μπηχτεί στο κεφάλι μας από πάντα δεν μας επηρεάζουν στο τι θέλουμε ή στο τι νομίζουμε πως θέλουμε για μας.
Η τηλεόραση έχει γέλιο...μέχρι δακρύων. Ο απλοϊκός τρόπος που παρουσιάζουν τους ανθρώπους και τη συμπεριφορά και τις ανάγκες τους, φτάνει στα όρια του γελοίου. Η Μοιραία γυναίκα (απαραιτήτως αδύνατη και πλαστικοποιημένη), ο ισχυρός αδίστακτος άντρας (που φυσικά έχει πατήσει επί πτωμάτων για να ανέβει κοινωνικά και να ελέγχει), ο σκληρός και πολύ μάγκας (που καμιά δεν μπορεί να του αντισταθεί) και μερικοί ακόμα μαύροι/άσπροι χαρακτήρες που είναι λες και ξεπήδησαν από ελληνική ταινία του '60 με μερικές μετατροπές για να μη φαίνονται τελείως χαζοί. Αν επεκταθούμε στο θέμα των διαφημίσεων...των σταρ κ.ο.κ. έχουμε ένα χοντροκομμένο σχήμα του ποια είναι τα πρότυπα που "πρέπει" να ακολουθήσουμε.
Εδώ πρέπει να πω ότι σε καμιά περίπτωση δεν πιστεύω πως όλα αυτά είναι μια μυστική συνωμοσία των αντρών για να μας έχουν του χεριού τους. Υποστηρίζω πως κι αυτοί είναι θύματα μιας κουλτούρας που φυλακίζει το σώμα και την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Οι άντρες δεν κλαίνε και πρέπει να' ναι γαμιάδες και κυνηγοί κι αν χρειάζεται να ρίχνουν και καμιά σφαλιάρα στην γκόμενά τους, ή έτσι έχουν αναγκαστεί να μοιάζουν για να περάσουν το τεστ της κανονικότητας. Οποιαδήποτε ένδειξη ευαισθησίας φέρνει κακεντρέχεια και υπόνοιες αν αυτός ο κάποιος φέρνει σε γκέι...που κουβαλάει ακόμα αρνητικό πρόσημο όσο κι αν τα πράγματα έχουν προχωρήσει. Την ίδια στιγμή που οι περισσότερες διαφημίσεις μέρα μεσημέρι θυμίζουν τσόντα, το ΕΣΡ κόβει ένα ομοφυλοφιλικό φιλί και στο δρόμο ακόμα κάποιοι δυσανασχετούν αν ένα ζευγάρι (οποιουδήποτε προσανατολισμού) εκφραστεί σε κοινή θέα. Ο γυμνισμός σε μια παραλία ή ακόμα κι αν θα φαίνονται οι ρώγες μιας γυναίκας μέσα από την μπλούζα προκαλεί την κριτική. Για να είσαι "σωστό γκομενάκι" πρέπει να φοράς μίνι και ξώβυζο, αλλά αν σε βιάσουν μπορεί και να φταις λίγο αφού είσαι τσούλα. Tι θα πει πια ο κόσμος; Ντροπή. Έχουμε φτάσει να χρειάζεται να βάλουμε το σώμα μας σε μια γυάλα για να μπορούμε να το διαχειριστούμε.
Το πρώτο πράγμα που φυλακίζεται σε μια καταπιεστική κοινωνία είναι το σώμα, που για μένα είναι το βασικό μέσο που έχουμε για να εκφράσουμε τις σκέψεις και τα αισθήματά μας. Η "κοινή λογική" που μας πλασάρουν μπορεί να κρύψει από τα μάτια μας ακόμη και το ποιοι είμαστε πραγματικά, οδηγώντας σε μια ύπαρξη δυστυχισμένη, περιχαρακωμένη.
Το σεξ αποτελεί ένα απ'τα ακριβότερα "εμπορεύματα" στην καπιταλιστική κοινωνία, άρα τα σώματα παιδιών,γυναικών κι αντρών πουλιούνται κι αγοράζονται από όσους έχουν τη δυνατότητα. Πορνό, μόδα, σόου μπιζ, πορνεία. Το φυσικό σώμα βρίσκεται στο απόσπασμα και αν θέλουμε να έχουμε επαφή με τη σεξουαλικότητά μας πρέπει να το κάνουμε όπως μας λένε, αλλιώς δεν παίζουμε με τους κανόνες τους. Η σκλαβιά του σώματος βέβαια μπορεί να είναι και χειροπιαστή, σ' έναν κόσμο που χτίζονται ολοένα περισσότερες φυλακές, κέντρα κράτησης μεταναστών, ψυχιατρεία για όσους είναι αδύνατον να προσαρμοστούν σε μια κοινωνία αδικίας και παραφροσύνης. (αλλά αυτό είναι κάτι που χρήζει άλλης ανάλυσης)
Σε καιρούς κρίσης διακυβεύεται ακόμα και η ίδια η ύπαρξη και η ζωή μας. Όμως το πρώτο βήμα για να δημιουργήσουμε κάτι νέο, είναι πιστεύω να επαναπροσδιορίσουμε τι είναι όντως και τι μας έχει δοθεί ως αλήθεια. Να ξεπεράσουμε την επιφάνεια του "είμαι απελευθερωμένος" και να ψάξουμε στην ουσία, με πρώτο στοίχημα να επιτρέψουμε στο σώμα να επικοινωνήσει με την επιθυμία και να καθορίσει τα "θέλω" ενάντια στα "πρέπει". Κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει μόνο του, αλλά παράλληλα με την πάλη ενάντια στην ανεργία, το ρατσισμό, τη φτώχεια που με διαφορετικούς τρόπους παραβιάζουν την ελευθερία μας. Απ' τα καλύτερα παραδείγματα είναι οι καθαρίστριες του Υπ. Οικονομικών που κατέβηκαν στο gay pride, ξεπερνώντας όποιες προκαταλήψεις μέσα από τον αγώνα τους. Ο επαναπροσδιορισμός του εαυτού μας επικοινωνεί διαλεκτικά με την αμφισβήτηση του συστήματος που μας έχει γεννήσει, τίποτα απ' τα δύο δεν προηγείται.

reblogged from enjoy magazine

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία.
Τουλάχιστον μ' αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ.
Και μεις τι την κάνουμε ρε, αντί να την ζήσουμε;
Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την...
Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα...
Έτσι, μ'αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας σα να είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες;
Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ'την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν “ανάγκες”, σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας...
Όλα, όλα Σαλονικιέ τα αφήσαμε για αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ...
Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς… Όμως.. τ’ αφήσαμε για αύριο…
Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ;
Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και μεις οι μαλάκες αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ'τη ζωή μας, χαιρόμαστε.
Ξέρεις γιατί;
Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.
Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος. Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει.
Ήρθανε να την πάρουν και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο. Πήγαμε στην κηδεία της και τι άκουσα τον παπά να λέει: "Χους ει και εις χουν απελεύσει". Και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια ..."

Χρόνης Μίσσιος, Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει Χρόνη Μίσσιο, απόσπασμα από την ενότητα Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται 2009



Ο Χρόνης Μίσσιος, συγγραφέας, αντιστασιακός, αγωνιστής της Aριστεράς και ίσως ο πρώτος ακτιβιστής στην Ελλάδα υπέρ της ολιστικής οικολογικής φιλοσοφίας, γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δουλεύει μικροπωλητής, με κασελάκι, στο λιμάνι. Το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, λόγω οικονομικής ανέχειας.
Λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ’ένα τυχαίο γεγονός. Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Ένα μόνο “διάλειμμα” ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Στη φυλακή (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού) πέρασε και το μεγαλύτερο διάστημα της απριλιανής δικτατορίας. Την περίοδο της καθείρξεώς του μάλιστα έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή. Μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 που αποφυλακίζεται (αμνηστία του Παπαδόπουλου) περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος.
Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία. Το πρώτο του βιβλίο Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς… (1985) τον καθιέρωσε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέα στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Ήταν ένα αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας, καθιερώθηκε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέας στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους. Η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως και η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουν στον Μίσσιο να υπερβεί το στενό πλαίσιο του αριστερού απομνημονεύματος και να φιλοτεχνήσει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία με έντονα πολιτικό λόγο.
Την ίδια ανταπόκριση βρήκε και το δεύτερο βιβλίο του Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε; (1988). “Στα επόμενα βιβλία του ο Μίσσιος θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα: από το Τα κεραμίδια στάζουν (1991) μέχρι τα Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι (1996) και Ντομάτα με γεύση μπανάνας (2001)“.
Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που παρά τον σκληρό κόσμο τον οποίο απεικονίζει, δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία και την πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε μια δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.
Συμετείχε σε ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ πραγματοποίησε και τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας.
“Κοσμοκαλόγερος”, σαν τους ήρωες ορισμένων από τα βιβλία του, ο Χρόνης Μίσσιος τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Καπανδρίτι, με την σύντροφό του Ρηνιώ και τα σκυλιά τους σε ένα αγροτόσπιτο.
Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 2012, σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας μετά από μάχη με τον καρκίνο.